fbpx

Νομοσχέδιο ΑΕΙ: Ο καλός λύκος και η κακιά κοκκινοσκουφίτσα

Facebook
Twitter
Telegram
Email

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ευθεία επίθεση στο δημόσιο πανεπιστήμιο και μεθοδική επιχείρηση καταστροφής του. Υπό το πρίσμα αυτό η πολιτική αντίσταση στο νομοσχέδιο δεν είναι μια επιλογή αλλά υποχρέωση.

* του Δημήτρη Μαυροσκούφη, ομότιμου καθηγητή ΑΠΘ

Η παιδαγωγική και κοινωνικοποιητική αξία των παραμυθιών είναι αδιαμφισβήτητη. Όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους ενήλικες. Όπως έλεγε ο Άντερσεν, «τα παραμύθια γράφονται για να κοιμούνται τα παιδιά, αλλά και για να ξυπνάνε οι ενήλικες». Πώς όμως μπορεί να ξυπνήσουν οι ενήλικες, όταν κάποιοι τους νανουρίζουν εδώ και χρόνια, ενώ από την άλλη μερικοί, ενώ κοιμούνται, νομίζουν ότι είναι ξύπνιοι;

Πάρτε για παράδειγμα το παραμύθι του κακού λύκου και της κοκκινοσκουφίτσας. Μια όμορφη αλληγορία. Μπορεί όμως να διαβαστεί και ανάποδα, ας πούμε με οικολογική προοπτική: η κακιά κοκκινοσκουφίτσα που καταστρέφει τη χλωρίδα του δάσους με το να ξεριζώνει λουλουδάκια και που εχθρεύεται την πανίδα με το να αγνοεί τη σημασία των λύκων στην ισορροπία του οικοσυστήματος. Η ανατροπή της κανονικής ροής του παραμυθιού, σαν ένα είδος «αντεστραμμένης τάξης» (flipped classroom) που μετά από χρόνια ανακάλυψαν η κα υπουργός της Παιδείας και το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, ταιριάζει γάντι σε όσα συμβαίνουν στα Πανεπιστήμιά μας.

Για όσους έχουν κάποια σχέση με τα πράγματα, το πολυδιαφημισμένο νομοσχέδιο με τον βαρύγδουπο τίτλο «Νέοι Ορίζοντες στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα: Ενίσχυση της ποιότητας, της λειτουργικότητας και της σύνδεσης των ΑΕΙ με την κοινωνία και λοιπές διατάξεις» δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία: έχει προαναγγελθεί δεόντως με προτάσεις, διαρροές και μισόλογα. Και, φυσικά, δεν είναι και τόσο νέο γιατί ενσωματώνει διάσπαρτες ως τώρα ρυθμίσεις: Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), αναγνώριση ισοτιμίας των κολεγίων με τα πανεπιστήμια, αλλαγές στη χρηματοδότηση, Ενιαία Βάση Εισαγωγής και περιορισμός εισακτέων, δημιουργία Πανεπιστημιακής Αστυνομίας (Ομάδες Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων-ΟΠΠΙ), νόμος και τάξη, μέτρα ελέγχου και ασφάλειας, βιομηχανικά διδακτορικά.

Το κυβερνητικό αφήγημα, συνεπικουρούμενο από φιλικά ιδρύματα, μέσα, οργανισμούς, πρόσωπα «κύρους» κ.λπ. κ.λπ., προβάλλει την παραδοσιακή εκδοχή του παραμυθιού: από τη μια η καλή κοκκινοσκουφίτσα, δηλαδή οι δυνάμεις του εκσυγχρονισμού, της αριστείας, της προόδου, της κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης, της εξωστρέφειας, της διεθνοποίησης, του ψηφιακού μετασχηματισμού, της λογοδοσίας και του περιορισμού της γραφειοκρατίας, και από την άλλη ο κακός λύκος, δηλαδή οι ιδεοληπτικές αγκυλώσεις και στρεβλώσεις της αριστεράς, η αυθαιρεσία φοιτητικών παρατάξεων και ομάδων, τα μικροπολιτικά και άλλα ύποπτα συμφέροντα μερίδας ακαδημαϊκών, η ανομία, το βόλεμα σε μια αποστεωμένη ακαδημαϊκή παράδοση.

Το παραμύθι, όμως, όπως είπαμε, μπορεί να ειπωθεί και ανάποδα: από τη μια η κακιά κοκκινοσκουφίτσα, που σώνει και καλά θέλει να περιορίσει τους δημόσιους πόρους για την εκπαίδευση και την έρευνα, να ξεπατώσει το δημόσιο πανεπιστήμιο και να το μετατρέψει σε οιονεί επιχείρηση που θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, και από την άλλη όσοι αντιστέκονται, καμιά φορά και με λάθος τρόπο, στην κατάργηση ενός ακαδημαϊκού οικοσυστήματος που αποτέλεσε για χρόνια εστία οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής προόδου.

Παρά τα όσα έχουν γραφεί εδώ και χρόνια, παρά τα σαφή δείγματα γραφής στη χώρα μας εδώ και πάνω από μια εικοσαετία, φαίνεται -φαίνεται λέω, γιατί το τέλος του παραμυθιού δεν το ξέρουμε με βεβαιότητα- ότι ο Humboldt χάνει από τον Νεοφιλελευθερισμό. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στις ΗΠΑ όσο και αλλού είναι ορατές εδώ και καιρό οι καταστροφικές συνέπειες του δεύτερου στα πανεπιστήμια και στην εκπαίδευση γενικότερα.

Ο «ακαδημαϊκός νεοφιλελευθερισμός» στηρίζεται στην ιδέα ότι πρέπει να αναδυθεί ένα νέο εκπαιδευτικό και πανεπιστημιακό μοντέλο, προκειμένου να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός παγκόσμιου παραγωγικού συστήματος που είναι ριζικά διαφορετικό από αυτό πριν από λίγες μόλις δεκαετίες. Το γενικό επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι οι απαιτήσεις, ιδιαίτερα οι ανάγκες διαχείρισης και του εργατικού δυναμικού μιας νέας οικονομίας, δεν μπορούν να ικανοποιηθούν επαρκώς με τις προσεγγίσεις και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται από το παραδοσιακό πανεπιστήμιο. Ο νεοφιλελευθερισμός επαγγέλλεται το τέλος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, επαναπροσδιορίζοντας την ίδια την έννοιά της. Εξαρθρώνει την εκπαίδευση, εμπορευματοποιώντας την εγγενή αξία της και δίνοντας έμφαση στις άμεσα μεταβιβάσιμες δεξιότητες και ικανότητες. Οι ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες, που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση μιας υγιούς δημοκρατικής κοινωνίας, θεωρούνται στην ουσία άχρηστες.

Στο πλαίσιο αυτό, το πανεπιστήμιο λειτουργεί με την προωθητική δύναμη μιας τριπλής έλικας, που εκτός από το ίδιο περιλαμβάνει το κράτος και τις επιχειρήσεις. Στο εσωτερικό, όμως, του μεταλλαγμένου πανεπιστημίου δημιουργείται μια νέα ηγεμονική ταξινόμηση, η οποία προκύπτει από ένα συνδυασμό επιτήρησης και ελέγχου υπό την αυστηρή επίβλεψη του κράτους και της αγοράς.

Το μοντέλο του «καπιταλιστικού» ή «επιχειρηματικού» πανεπιστημίου παρουσιάζει πολύ σοβαρά μειονεκτήματα (βλ. Gerardo del Cerro Santamaria, “Challenges and Drawbacks in the Marketisation of Higher Education”, Review of European Studies, 12/1, 22-38):

1. Εστίαση στις επιχειρηματικές στάσεις όσον αφορά τον οργανωτικό σχεδιασμό και τις προτεραιότητες, καθώς και τα συστήματα ανταμοιβής και τις διαδικασίες εξέλιξης για το διδακτικό προσωπικό.

2. Ομογενοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τη χρήση ταξινομήσεων για τη μέτρηση της απόδοσης σύμφωνα με μια συγκεκριμένη πολιτική ατζέντα και προτεραιότητες που εκτιμούν την «αριστεία» έναντι της ισότητας.

3. Υποβάθμιση της εκπαίδευσης ως μιας βαθιάς γνωστικής, συναισθηματικής και ηθικής επιδίωξης σε κατάρτιση, με εστίαση στα αποτελέσματα και τις διαδικασίες.

4. Μετατροπή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από δημόσιο αγαθό σε εμπορεύσιμο προϊόν και του συλλογικού συμφέροντος σε καρικατούρα του ατομικού ορθολογισμού.

5. Μετατροπή των φοιτητών σε πελάτες και των καθηγητών σε επιχειρηματίες.

6. Αυξημένη αλληλοεπικάλυψη ανάμεσα στη επιστημονική έρευνα και τις προτεραιότητες της αγοράς, αλλά και αυξανόμενη εξάρτηση της έρευνας από τους εταιρικούς χρηματοδότες και τα συμφέροντά τους.

7. Τεχνητή και παραπλανητική ποσοτικοποίηση της μάθησης, η οποία αποκλείει θεμελιώδεις ηθικές, γνωστικές και συναισθηματικές πτυχές στην εκπαιδευτική διαδικασία.

8. Εστίαση σε εμπορεύσιμες ικανότητες στα μαθήματα και τα προγράμματα, με αποτέλεσμα την αδυναμία των φοιτητών να αναπτύξουν αίσθηση κοινωνικής και πολιτικής ευθύνης.

9. Παραμέληση συστημικών μειονεκτημάτων και προκαταλήψεων, που οδηγεί σε καταφανείς κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες μεταξύ ατόμων και ομάδων.

Το νομοσχέδιο, λοιπόν, δεν έχει τίποτε το επαναστατικό. Πέρα από κάποιες λογικές αλλαγές στη λειτουργία των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και την ενσωμάτωση στα οικεία πανεπιστήμια των Φοιτητικών Λεσχών σε όποια από αυτά λειτουργούσαν ως χωριστά ΝΠΔΔ, εισάγει με τρόπο απόλυτα ευδιάκριτο μεθόδους εσωτερίκευσης στοιχείων ιδιωτικοποίησης, κλείνει το μάτι στο διδακτικό-ερευνητικό προσωπικό, μεγεθύνοντας το δυνητικό ύψος των πρόσθετων αμοιβών από προγράμματα ή από παροχή υπηρεσιών σε ιδιώτες, επιτρέπει την ίδρυση ιδιωτικών επιχειρήσεων μέσα στα πανεπιστήμια (πχ: με τα Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα), αναθέτει την αξιοποίηση της πανεπιστημιακής περιουσίας σε Ανώνυμη Εταιρεία, που θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, διευρύνει την πολυδιάσπαση του διδακτικού-ερευνητικού προσωπικού με το λεγόμενο «πρόσθετο προσωπικό» ποικίλων κατηγοριών, καθιστά συμμέτοχο την κρότου-λάμψης Αστυνομία σε θέματα ελέγχου, ασφάλειας, φύλαξης και επεξεργασίας των προσωπικών δεδομένων, καθιστά αυστηρότερο το πειθαρχικό δίκαιο τόσο για το προσωπικό όσο και για τους φοιτητές, δημιουργεί χυλό προγραμμάτων σπουδών (κανονικά, ξενόγλωσσα, δευτερεύουσας εκπαίδευσης, σύντομης διάρκειας), παγιώνει τα δίδακτρα στα μεταπτυχιακά προγράμματα, τα οποία θα πρέπει στο εξής να έχουν δικούς τους πόρους, ξαναφέρνει από το παράθυρο τα ΤΕΙ (δυνατότητα ίδρυσης τμημάτων διάρκειας επτά εξαμήνων), επιχειρεί με έμμεσο τρόπο να καταργήσει τους φοιτητικούς συλλόγους και τις παρατάξεις.

Και το κυριότερο ίσως, καταργεί το δημοκρατικό σύστημα διοίκησης των πανεπιστημίων, θεσπίζοντας ένα είδος πανίσχυρης «Γερουσίας Αρίστων» (Συμβούλιο Διοίκησης), εισάγοντας τη θέση του «εκτελεστικού διευθυντή» (manager) και υποβαθμίζοντας τη Σύγκλητο σε ρόλο ομίλου μαζορετών και τον κοσμήτορα σε δοτό Μαρκεζίνη. Leaders και cheerleaders.

Δυστυχώς, παρά το θλιβερό και αποσαθρωτικό ιστορικό του, το νεοφιλελεύθερο τανγκό συνεχίζεται. Η κα υπουργός με την επιστολή της προς τους καθηγητές, εφαρμόζοντας πιστά παλιότερες συστάσεις του ΟΟΣΑ για το πώς πρέπει να παρουσιάζονται οι επώδυνες αλλαγές (βλ. Cristian Morrisson, The Political Feasibility of AdjustmentOECD, 1996), προβάλλει ορισμένα ωφελήματα, πχ: τεχνικές βελτιώσεις στη λειτουργία του ΕΛΚΕ και δυνατότητα πρόσθετων απολαβών για ορισμένες ειδικότητες καθηγητών, αλλά αποσιωπά την κατάργηση της δημοκρατίας με το νέο μοντέλο διοίκησης. Ο κυνισμός σε όλο του το μεγαλείο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για ευθεία επίθεση στο δημόσιο πανεπιστήμιο και μεθοδική επιχείρηση καταστροφής του. Υπό το πρίσμα αυτό η πολιτική αντίσταση στο νομοσχέδιο δεν είναι μια επιλογή αλλά υποχρέωση. Δεν ξέρω αν η κακιά κοκκινοσκουφίτσα θα δυσκολευτεί ή όχι να βρει άξιους καβαλιέρους, για να χορέψει υπό τα όμματα της αγοράς το νεοφιλελεύθερο τανγκό της. Στο κάτω-κάτω, το νεοφιλελεύθερο παραμύθι μπορεί να τροποποιηθεί σε μια αντεστραμμένη σύμμειξη με τον καλό λύκο, τα λυκάκια του και τα τρία κακά γουρουνάκια, αν και φοβάμαι ότι τα τελευταία είναι μάλλον πολύ περισσότερα.

■ Πρώτη δημοσίευση: alfavita.gr

(Visited 164 times, 1 visits today)

Περισσότερα