fbpx

Γ. Αγγελόπουλος: Για μια στρατηγική διεθνοποίησης των πανεπιστημίων μας

Η διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων εντοπίζεται ως ζητούμενο από την επιτροπή Πισσαρίδη που όρισε ο πρωθυπουργός. Η επιτροπή, χωρίς ούτε μία αναφορά στις υπάρχουσες τάσεις διεθνοποίησης της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, επισημαίνει τα οφέλη που θα προκύψουν από την καταβολή «διδάκτρων ξένων φοιτητών», τη «δημιουργία πολυπολιτισμικού περιβάλλοντος» και τη «διασύνδεση με την ακαδημαϊκή, ερευνητική και επιχειρηματική κοινότητα της διασποράς».

Ανατρέχοντας στα διεθνή ακαδημαϊκά δρώμενα, υποστηρίζουμε πως η διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων θα ωφεληθεί ελάχιστα από την προώθηση αγγλόφωνων προπτυχιακών σπουδών με δίδακτρα και προτείνουμε περισσότερο φιλόδοξες εναλλακτικές.

Το διεθνές ελληνικό πανεπιστήμιο

Από τον 18ο και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, τα πανεπιστήμια παρήγαγαν εθνικές επιστημονικές ελίτ. Παράλληλα, τα πανεπιστήμια των αυτοκρατορικών και αποικιοκρατικών δυνάμεων (Βρετανία, Γαλλία, Ολλανδία, Αυστροουγγαρία, Ρωσία) καθώς και ορισμένα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια «ιστορικού» κύρους προσέλκυαν φοιτητές τής περιφέρειας και των αποικιών.

Η μεταπολεμική διεύρυνση της Ανώτατης Εκπαίδευσης δημιούργησε επιπλέον διεθνείς ακαδημαϊκές εστίες (ΗΠΑ, ΕΣΣΔ, Κίνα, Καναδάς). Στις απαρχές του 21ου αιώνα αναπτύχθηκαν ιδιωτικά πανεπιστήμια που λειτουργούν σε χώρες της περιφέρειας ως «μεταπράτες» μεγάλων διεθνών πανεπιστημίων.

Προσφέρουν βασικά αγγλόφωνες προπτυχιακές και λίγες μεταπτυχιακές σπουδές σε γνωστικά αντικείμενα που δεν απαιτούν σημαντικές υποδομές και με δίδακτρα χαμηλότερα των μεγάλων διεθνών πανεπιστημίων. Απευθύνονται σε ένα κοινό πέραν των Ευρωπαίων φοιτητών, για τους οποίους οι προπτυχιακές σπουδές είναι, εντός της Ε.Ε., δωρεάν ή απαιτούν ένα μηδαμινό συμβολικό ποσό εγγραφής.

Όπως αποδεικνύεται από όλες τις διεθνείς αξιολογήσεις, τα νέα αυτά περιφερειακά ιδιωτικά πανεπιστήμια έχουν ελάχιστο αποτύπωμα ερευνητικής παραγωγής και συνιστούν μια νεοαποικιακή εκδοχή Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης χαμηλής ποιότητας.

Ακολουθώντας μια διαφορετική πορεία διεθνοποίησης που προσομοιάζει μ’ αυτή άλλων περιφερειακών ευρωπαϊκών κρατών (π.χ. Φινλανδία, Πορτογαλία, Νορβηγία), τα ελληνικά πανεπιστήμια από το 1974 και εφεξής εντάσσουν στο καθηγητικό προσωπικό τους έναν συνεχώς αυξημένο αριθμό νέων επιστημόνων με σπουδές στο εξωτερικό, δίνουν έμφαση στη διεθνοποίηση μέσω της έρευνας αντί της διδασκαλίας και σταδιακά δημιουργούν θύλακες διεθνούς πρωτοπορίας. Το πρώτο κύμα παλιννόστησης διακεκριμένων επιστημόνων ακολουθεί την πτώση της χούντας. Οι υψηλοί ρυθμοί πρόσληψης μελών ΔΕΠ με πολυετείς σπουδές και εργασία στο εξωτερικό θα συνεχιστούν μέχρι το 2010.

Όποιο συγκριτικό κριτήριο κι αν υιοθετήσουμε (πληθυσμιακό, ΑΕΠ κ.λπ.), όλοι οι δείκτες συνηγορούν για την εντυπωσιακή διεθνοποίηση των ελληνικών ΑΕΙ μέσω της πλούσιας ερευνητικής τους παραγωγής. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο 7ο Πρόγραμμα Στήριξης, την πλειονότητα του οποίου υλοποίησαν τα ΑΕΙ, την κατέτασσε στην 9η θέση μεταξύ 27 χωρών σε αριθμό συμμετοχών και στην 11η θέση στο μέγεθος της χρηματοδότησης.

Η ελληνική συμμετοχή, την πλειονότητα της οποίας υλοποίησαν τα ΑΕΙ, στο ερευνητικό πρόγραμμα Ορίζοντας 2014 – 2020 της Ε.Ε. φέρνει την Ελλάδα στην 11η θέση συμμετοχών στα έργα κλάδου Υγείας, στη 10η θέση συμμετοχών στα έργα Αναδυόμενων Τεχνολογιών και στην 7η θέση στα έργα Τεχνολογιών Πληροφορικής.

Το 2020, για δεύτερη φορά μέσα σε τρία χρόνια, οι Κλασικές Σπουδές στο ΑΠΘ κατέλαβαν τη 16η θέση της παγκόσμιας κατάταξης QS ανάμεσα σε 4.500 πανεπιστήμια. Η παύση διορισμών μελών ΔΕΠ την περίοδο 2010 – 2016 περιόρισε τη διεθνοποίηση των ΑΕΙ μας. Όμως, η μετανάστευση Ελλήνων επιστημόνων στο εξωτερικό δυνητικά αποτελεί παράγοντα ενίσχυσης των πανεπιστημίων μας στον βαθμό που θα εξασφαλιστεί η επιστροφή τους ή έστω η συστηματική συνέργειά τους με τα ελληνικά πανεπιστήμια όντας στο εξωτερικό.

Προσέλκυση διεθνών σπουδαστών

Προσπάθειες προσέλκυσης διεθνών σπουδαστών έχουν τις τελευταίες δύο δεκαετίες επιχειρηθεί από κολέγια που παρέχουν αγγλόφωνα προγράμματα σπουδών, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, βάσει συμφωνιών με αμερικανικά και βρετανικά πανεπιστήμια.

Παράλληλα, το Ελληνικό Διεθνές Πανεπιστήμιο επένδυσε δυναμικά στην προσέλκυση ξένων φοιτητών στα αγγλόφωνα μεταπτυχιακά του. Παρά την αξιοσύνη των ανθρώπων του Διεθνούς Πανεπιστημίου και παρά τα μεγάλα ποσά που δαπανήθηκαν στις διεθνείς διαφημιστικές καμπάνιες των κολεγίων, δεν υπήρξε σημαντική προσέλκυση διεθνών φοιτητών και σπουδαστών. Οι λόγοι είναι δομικοί.

Διεθνώς, οι υποψήφιοι φοιτητές που έχουν ανεπτυγμένες οικονομικές δυνατότητες ή διακρίνονται για τις επιδόσεις τους λαμβάνοντας υποτροφίες επιλέγουν τα από αιώνες εδραιωμένα στο διεθνές ακαδημαϊκό στερέωμα πανεπιστήμια. Από την άλλη, είναι κοινό μυστικό ότι όσοι επιδιώκουν ένα «εύκολο» βασικό πτυχίο χαμηλού κόστους φοιτούν στα ιδιωτικά νεοαποικιακής εκδοχής αγγλόφωνα πανεπιστήμια που έχουν δημιουργηθεί στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια δύνανται να λειτουργήσουν ανταγωνιστικά ως προς τα νεοαποικιακά αγγλόφωνα πανεπιστήμια αν ακολουθήσουν τη στρατηγική «διευκόλυνσης» των διεθνών φοιτητών στην απόκτηση του πτυχίου τους. Η επιλογή αυτή θα υποβαθμίσει τα ελληνικά πτυχία και συνολικά τα πανεπιστήμιά μας. Επιπλέον, η επίκληση αυξημένων πόρων των πανεπιστημίων από τα δίδακτρα ξένων φοιτητών προπτυχιακών σπουδών συνιστά άλλοθι μείωσης της κρατικής χρηματοδότησης, παρά βιώσιμη επιλογή.

Αυτοί που θα ωφεληθούν από τα αγγλόφωνα προγράμματα σπουδών θα είναι ελάχιστοι γόνοι ιδιαίτερα εύπορων ελληνικών οικογενειών που πολύ σύντομα και με διάφορους τρόπους θα βρεθούν φοιτητές σε τμήματα Ιατρικών και Νομικών Σχολών χωρίς να έχουν περάσει από Πανελλαδικές εξετάσεις.

Η περαιτέρω διεθνοποίηση των ελληνικών πανεπιστημίων χρειάζεται:

  • να κεφαλαιοποιήσει τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα στον τομέα της έρευνας,
  • να αποφύγει εκπτώσεις του επιπέδου σπουδών,
  • να θέσει ως προτεραιότητα το όφελος των επιστημών και των τεχνών, την ανάπτυξη της χώρας και την κοινωνική δικαιοσύνη, 
  • να συμβάλει στην καλλιέργεια των σχέσεών μας με άλλες χώρες και πολιτισμούς, 
  • να παρέχει τα ξενόγλωσσα προπτυχιακά προγράμματα χωρίς δίδακτρα για τους πολίτες της Ε.Ε. και με όρους εισαγωγής ανάλογους της αξιοπιστίας των Πανελλαδικών εξετάσεων, 
  • να συνυπάρχει με μέτρα ενίσχυσης της ελληνικής γλώσσας (χρηματοδότηση μεταφράσεων, ενίσχυση ελληνόφωνων επιστημονικών περιοδικών, συνυπολογισμός των ελληνόφωνων δημοσιεύσεων στις ακαδημαϊκές αξιολογήσεις παρά την εξαίρεση τους από το Scopus, ενίσχυση των προγραμμάτων εκμάθησης ελληνικών).

Η διεθνοποίηση των πανεπιστημίων μας θα εξασφαλιστεί με τη συνέχιση των ρυθμών χρηματοδότησης της έρευνας της τελευταίας τριετίας, εμπέδωσή της και σύνδεση της έρευνας με τις παραγωγικές δυνάμεις, περαιτέρω αποκέντρωση αντί συγκεντρωτισμού των ερευνητικών θεσμών, σύνδεση των ερευνητικών κέντρων με τα πανεπιστήμια, περαιτέρω ανάπτυξη ξενόγλωσσων μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών.

Τα επιτεύγματα της έρευνας θα ενισχύσουν το ήδη ισχυρό κύρος των προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών προγραμμάτων σπουδών μας και θα τα κάνουν περισσότερο ανταγωνιστικά σε διεθνές επίπεδο. Ο χώρος των μεταπτυχιακών και διδακτορικών σπουδών, καθότι πιο «εκλεκτικός» από τις προπτυχιακές σπουδές, συνιστά προνομιακό πεδίο δραστηριοποίησης ξενόγλωσσων προγραμμάτων.

Επιπλέον, επηρεάζεται λιγότερο από τις επιπτώσεις της πανδημίας. Υπενθυμίζουμε ότι όλες οι διαθέσιμες μελέτες προβλέπουν βραχυπρόθεσμη κατάρρευση και μεσοπρόθεσμο – μακροπρόθεσμο σημαντικό περιορισμό στις διεθνείς μετακινήσεις για προπτυχιακές σπουδές. Τα όποια ξενόγλωσσα προπτυχιακά προγράμματα οφείλουν να μην αποτελούν μια «σκοτεινή τρύπα» θεσμικών στρεβλώσεων στα πανεπιστήμια και να παρέχονται δωρεάν για τους πολίτες της Ε.Ε.

Οι προτάσεις της επιτροπής Πισσαρίδη ακολουθούν την κοινότοπη φαντασίωση των αγγλόφωνων προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών με δίδακτρα ως το νέο «Ελντοράντο» για τα ελληνικά πανεπιστήμια. Μια τέτοια προσέγγιση ουσιαστικά εκπορεύεται από έναν ακαδημαϊκό «επαρχιωτισμό» και δείχνει την ένδεια ενός φιλόδοξου και μακρόπνοου σχεδιασμού ανάπτυξης των πανεπιστημίων και των ερευνητικών μας κέντρων.

Τα ελληνικά πανεπιστήμια οφείλουν να συνεχίσουν τη θετική πορεία διεθνοποίησής τους. Αρκεί αυτή να μην περιοριστεί στις κατά πάσα πιθανότητα ατελέσφορες και ξεκάθαρα ιδιοτελείς προσπάθειες ανάπτυξης αγγλόφωνων προπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών με δίδακτρα για όλους και θεσμικές εκπτώσεις στη λειτουργία τους.

Η επένδυση στην έρευνα, η προώθηση ξενόγλωσσων μεταπτυχιακών και διδακτορικών προγραμμάτων συνδεδεμένων με την έρευνα και οι στενότερες σχέσεις με την ακαδημαϊκή και ερευνητική κοινότητα της διασποράς και τις παραγωγικές δυνάμεις αποτελούν εχέγγυα επιτυχίας.

* ο Γιώργος Αγγελόπουλος διδάσκει στο ΑΠΘ

Πηγή: Εφημερίδα «Η Αυγή»

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on telegram
Telegram
Share on whatsapp
WhatsApp
Share on email
Email

▸ Διαβάστε ακόμα