fbpx

Αντώνης Μπόγρης: Η άλλη όψη της κολλεγιοποίησης των πανεπιστημίων

Facebook
Twitter
Telegram
Email

Άρθρο του Αντώνη Μπόγρη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, στο alfavita.gr

Το εν λόγω σχέδιο νόμου, αν και φαινομενικά εισάγει άσχετες μεταξύ τους διατάξεις και χαρακτηρίζεται ως αποσπασματικό από την ΠΟΣΔΕΠ, προωθεί με στρατηγικό τρόπο σημαντικές αλλαγές στον πυρήνα της Ανώτατης Εκπαίδευσης που μεταλλάσσουν τη λειτουργική της δομή με τρόπο που θα αμφισβητηθεί ο κοινωνικός της ρόλος.

Αφενός η κυβέρνηση θέλει να εδραιώσει την ιδεολογική της υπεροχή στα ζητήματα πειθάρχησης με προμετωπίδα της σε αυτή τη μάχη την επιβολή μόνιμων μηχανισμών καταστολής, παρακολούθησης και επιτήρησης εντός των πανεπιστημίων μετατρέποντας τα έως τώρα ανοικτά στην κοινωνία πανεπιστήμια σε φρουρούμενα άβατα, κάτι που δε δικαιολογείται από την περιορισμένη παραβατικότητα που εμφανίζεται σε αυτά.

Σε αυτό συνέδραμαν αντιδραστικοί κύκλοι με τις καταδικαστέες ενέργειες της διαπόμπευσης πανεπιστημιακών δασκάλων. Το ΟΧΙ στην αστυνομία εντός των πανεπιστημίων έχει απερίφραστα εκφράσει η ΠΟΣΔΕΠ, η Σύνοδος των Πρυτάνεων, η συντριπτική πλειοψηφία των Συγκλήτων και η ΠΟΑΣΥ.

Παρόλα αυτά η Κυβέρνηση ποντάρει στο άλογο του δόγματος «Νόμος και Τάξη», το οποίο περικλείει τις πειθαρχικές διατάξεις για τους φοιτητές και την επιβολή του ανώτατου ορίου φοίτησης που θα εφαρμοστεί ως μέτρο σοκ για την αποπομπή όσων φοιτητών δυσκολεύονται να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους σε αντιδιαστολή με τη σπουδή που επιδεικνύει η Ευρώπη στο να υποστηρίξει τους λιμνάζοντες φοιτητές για να αμβλυνθεί το φαινόμενο της εγκατάλειψης σπουδών.

Η κυβέρνηση δεν κάνει πίσω για δύο λόγους. Αφενός εκτιμά ότι έχει πείσει την κοινή γνώμη με τη βοήθεια και του ακροδεξιού μπλοκ που βυσσοδομεί στα κοινωνικά δίκτυα και στα ΜΜΕ εναντίον όσων αντιστέκονται στη μετατροπή των πανεπιστημίων σε αστυνομοκρατούμενους χώρους.

Αφετέρου γιατί θέλει να αποπροσανατολίσει τη μέση ελληνική οικογένεια από τη θεσμοθέτηση της ελάχιστης βάσης εισαγωγής που κατά την άποψη του γράφοντος είναι ένα από τα πιο στρατηγικά σχέδια της κυβέρνησης για την αναδιαμόρφωση της Ανώτατης Εκπαίδευσης με σημαντικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες και στην προοπτική των νέων για ανώτατες σπουδές στη χώρα.

Η ελάχιστη βάση εισαγωγής με βάση το κύριο επιχείρημα της κυβέρνησης θεσπίζεται για τη διασφάλιση των ακαδημαϊκών προϋποθέσεων της επιτυχούς φοίτησης και της έγκαιρης ολοκλήρωσης των σπουδών. Η ελάχιστη βάση εισαγωγής ορίζεται από τα ίδια τα τμήματα με βάση τον μέσο όρο επίδοσης ανά επιστημονικό πεδίο σε ένα εύρος τιμών [π.χ. 80% – 120%], το οποίο θα ορίζεται με υπουργική απόφαση έως τις 30 Ιουνίου. Είναι σημαντικό να αναδειχθεί ότι για όσα τμήματα δεν αποφασίσουν να ορίσουν την ελάχιστη βάση εισαγωγής, θα το πράξει το ίδιο το Υπουργείο.

Πολλοί καλοπροαίρετοι πολίτες θα πουν ότι δεν είναι δυνατό να εισάγεται ένας μαθητής στο πανεπιστήμιο με πολύ χαμηλή βαθμολογία, άρα θα πρέπει να εφαρμοστεί μία ελάχιστη βάση που θα αποτελεί εχέγγυο για την πιστοποίηση των γνώσεων των μαθητών.

Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική, γιατί οι πανελλαδικές εξετάσεις είναι διαγωνιστικές και όχι εξετάσεις πιστοποίησης γνώσεων όπως π.χ. οι εξετάσεις που δίνουν οι μαθητές για την απόκτηση κάποιου διπλώματος ξένης γλώσσας. Στις εξετάσεις π.χ. του Proficiency δεν υπάρχει όριο μαθητών που μπορούν να επιτύχουν, αντιθέτως όποιος μαθητής επιτύχει βαθμολογία ανώτερη μίας ενιαίας βάσης, θα αποκτήσει το πιστοποιητικό γνώσης της αγγλικής στο ανώτερο επίπεδο. Αυτή δε η βάση είναι σταθερή για όλους τους μαθητές και δε μεταβάλλεται χρονιά με τη χρονιά.

Αν πραγματικά η κυβέρνηση επιθυμεί οι απόφοιτοι του λυκείου να έχουν ένα ελάχιστο γνωστικό υπόβαθρο πριν μεταβούν στην Ανώτατη Εκπαίδευση, θα πρέπει να αναζητήσει λύσεις αναβάθμισης του λυκείου και της αξίας του απολυτηρίου με εξετάσεις πιστοποίησης των γνώσεων όλων των μαθητών, με ενιαία βάση για όλους και όχι να εισάγει παράδοξους κόφτες στις πανελλαδικές, οι οποίοι διαφοροποιούνται ανά επιστημονικό πεδίο.

Με αυτόν τον τρόπο, θα ήταν εφικτή και η ελεύθερη πρόσβαση για τμήματα χαμηλής ζήτησης όπως είχε θεσμοθετηθεί στον ν. 4610/2019 και όπως συνηθίζεται σε πάρα πολλές χώρες της Ευρώπης. Η λύση που επιλέγει η κυβέρνηση είναι ωμή αποδοχή αποτυχίας και αδιαφορίας σε ό,τι αφορά την αναβάθμιση του λυκείου.

  • Να μας εξηγήσει το Υπουργείο αν υπάρχει ακαδημαϊκή εξήγηση που επιτάσσει άλλον κόφτη π.χ. για τη θετική κατεύθυνση και άλλον για τη θεωρητική.
  • Να μας εξηγήσει η κυβέρνηση με ποιο σκεπτικό θα αποκλείει μαθητές που έχουν επιτύχει βαθμολογίες άνω του δέκα από την πανεπιστημιακή μόρφωση όταν τα θέματα των πανελλαδικών θα τύχει να είναι πιο προσιτά στους μαθητές.

Είναι ακαδημαϊκή προσέγγιση αυτή που πιστοποιεί επίπεδο γνώσεων; Προφανώς όχι.

  • Να μας εξηγήσει η κυβέρνηση γιατί δεν καθορίζει το εύρος της ελάχιστης-μέγιστης τιμής της βάσης εισαγωγής στο σχέδιο νόμου, ώστε να είναι γνωστό σε όλους τους ενδιαφερομένους και το παραπέμπει σε υπουργική απόφαση που θα εκδίδεται έως τις 30 Ιουνίου.

Αν αυτό δεν είναι πρόδηλο διάθεσης μαγειρέματος του αριθμού των εισακτέων με τρόπο αδιαφανή και πιθανόν πελατειακό τότε τί είναι;

  • Να μας εξηγήσει επίσης η κυβέρνηση γιατί τέτοια βιασύνη να εφαρμόσει την ελάχιστη βάση εισαγωγής στα παιδιά του COVID-19, τα παιδιά που εδώ και τρεις μήνες είναι εκτός σχολείου και στερούνται ουσιαστικής εκπαίδευσης, ενώ όπως αναφέρουν πολλοί ειδικοί τα παιδιά αυτά εμφανίζουν σημάδια ψυχικής κόπωσης λόγω του πολύμηνου εγκλεισμού.

Αν αυτό δεν είναι αναλγησία, τότε δεν ξέρω πως αλλιώς μπορεί να ονομαστεί.

Οι πολίτες που έχουν ενημερωθεί για το θέμα και πιστέψτε με δεν είναι πολλοί λόγω του ότι το θέμα δεν έχει αναδειχθεί επαρκώς από τα ΜΜΕ,  αντιλαμβάνονται ότι η κυβέρνηση με την επιβολή της βάσης εισαγωγής επιδιώκει τη μείωση του αριθμού των εισακτέων με στόχο να ευνοήσει τις ιδιωτικές δομές εκπαίδευσης όπως τα ιδιωτικά ΙΕΚ και τα κολλέγια που τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης μετά τις πρόσφατες αιφνιδιαστικές ρυθμίσεις για την επαγγελματική τους εξίσωση με πανεπιστημιακά τμήματα.

Αυτή η ανάγνωση είναι εν μέρει σωστή, αφού με πρόχειρους υπολογισμούς εκτιμάται ότι τουλάχιστον 20.000 παιδιά θα μείνουν εκτός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αλλά δεν αποδίδει την πλήρη εικόνα της επιχειρούμενης μετάλλαξης των πανεπιστημίων. Αν ήταν μόνο αυτός ο σκοπός της κυβέρνησης, τότε θα επιχειρούσε πολύ απλά να μειώσει οριζόντια τον αριθμό εισακτέων σε όλα τα τμήματα. Με αυτόν τον τρόπο θα ανέβαινε η βάση, ειδικά στα περιφερειακά πανεπιστήμια και θα σταματούσε η συζήτηση περί χαμηλών βάσεων που εκθέτει αδίκως τμήματα υψηλής ακαδημαϊκής υπόστασης.

Αντιθέτως η εφαρμογή της ελάχιστης βάσης εισαγωγής έχει ασύμμετρο αποτέλεσμα, τα περιζήτητα τμήματα δε θα επηρεαστούν καθόλου, ενώ τα τμήματα χαμηλής ζήτησης που κατά κύριο λόγο ανήκουν στα περιφερειακά πανεπιστήμια και ειδικά στα πανεπιστήμια των ακριτικών περιοχών (βλ. Δυτική Μακεδονία, Θράκη, Αιγαίο, Κρήτη) θα απωλέσουν τεράστιο αριθμό εισακτέων και θα κινδυνεύσουν να κλείσουν με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ανάπτυξη της τοπικών κοινωνιών σε οικονομικό, πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο.

Γιατί η κυβέρνηση επιδιώκει αυτή την ασύμμετρη επίθεση στα τμήματα που για λόγους κυρίως γεωγραφικούς και όχι ακαδημαϊκούς δεν προσελκύουν τους υποψηφίους; Ειδικά σε μία εποχή που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις διέρχονται κρίση και η απολιγνητοποίηση δοκιμάζει τη Δυτική Μακεδονία, θα περίμενε κανείς γενναία ενίσχυση των ακριτικών πανεπιστημίων με θέσεις μελών ΔΕΠ και χρηματοδότηση των υποδομών τους. Η απάντηση έρχεται από το σχέδιο Πισσαρίδη. Αν κανείς το διαβάσει προσεκτικά, διαβλέπει ότι η κυβέρνηση έχει ως στόχο να εγκαθιδρύσει πανεπιστήμια και τμήματα δύο ταχυτήτων στη λογική του παλιού διπόλου ΤΕΙ-Πανεπιστήμια και να προβεί σε μία σαρωτική αναδιάρθρωση του Χάρτη της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.

Τριετή προγράμματα που θυμίζουν TEI της δεκαετίας του ‘90 ετοιμάζονται από τα think tanks της κυβέρνησης για να λειτουργήσουν εντός των πανεπιστημίων αντικαθιστώντας τμήματα υψηλού κύρους και μεγάλου ερευνητικού αποτυπώματος. Με αυτόν τον τρόπο θα έχει επιτευχθεί ένας από τους πιο στρατηγικούς στόχους της σημερινής κυβέρνησης που είναι η ισχυρή μείωση του αριθμού των πανεπιστημιακών τμημάτων, η διαμόρφωση ενός Χάρτη Ανώτατης Εκπαίδευσης δύο ταχυτήτων με λίγα καλά πανεπιστήμια και τα περισσότερα στο επίπεδο των κολλεγίων.

Αυτή είναι η άλλη όψη της κολλεγιοποίησης της Ανώτατης Εκπαίδευσης και θα πρέπει να αποτραπεί για το καλό της ελληνικής κοινωνίας και της οικονομίας που θα πρέπει να βασιστεί στην ένταση γνώσης για να είναι ανθεκτική σε κρίσεις σαν και αυτή του COVID-19.  

(Visited 3 times, 1 visits today)

Περισσότερα