fbpx

Κ. Φωτάκης: Η οικονομία της γνώσης δεν στηρίζεται σε χρησιμοθηρική έρευνα

Συνέντευξη του Κώστα Φωτάκη, πρώην αν. υπουργού Έρευνας & Καινοτομίας, στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» και τη δημοσιογράφο Ιωάννα Σουφλέρη για την ανάγκη στήριξης της επιστημονικής έρευνας

______________________

Έναν χρόνο μετά τη λήξη της θητείας σας, αισθάνεστε δικαιωμένος από το γεγονός ότι πρωτοβουλίες οι οποίες είχαν θεσπιστεί επί των ημερών σας, όπως παραδείγματος χάριν τα δίκτυα ιατρικής ακριβείας, φαίνεται να έχουν υιοθετηθεί και από την παρούσα κυβέρνηση;

Πράγματι κάποιες πρωτοβουλίες που ελήφθησαν κατά τη δική μας διακυβέρνηση έχουν υιοθετηθεί, άσχετα αν η προέλευση τους σπάνια αναγνωρίζεται. Βλέπετε, η επιτυχία έχει πολλούς πατέρες ενώ η αποτυχία είναι ορφανή!

Άλλωστε το ίδιο συμβαίνει και σε άλλους τομείς, όπου η κυβέρνηση προβάλλει ως δικό της έργο πετυχημένες δράσεις της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και είτε τις συνεχίζει ως κακέκτυπα είτε τις αφήνει να σβήσουν.

Τα εθνικά δίκτυα Ιατρικής Ακριβείας, της ιατρικής του μέλλοντος όπως συχνά αποκαλείται, ήταν ένας από τους πυλώνες της ερευνητικής μας πολιτικής, οι «Εμβληματικές Δράσεις».

Δράσεις σε αναδυόμενους τομείς με έντονα κοινωνικό αποτύπωμα, εν προκειμένω, στην Ογκολογία, στη Καρδιολογία και στις Νευροεκφυλιστικές παθήσεις. Σκοπός ήταν η σύμπραξη του διαθέσιμου επιστημονικού δυναμικού, ώστε οι πρόσφατες επιστημονικές εξελίξεις στους τομείς αυτούς, να είναι προσβάσιμες μέσα από το δημόσιο σύστημα υγείας.

Ο σχεδιασμός, συντονισμός και υλοποίηση των δράσεων ήταν πρωτοβουλία της Πολιτείας και η χρηματοδότηση τους από εθνικούς πόρους είχε εξασφαλισθεί για δύο χρόνια.

Σήμερα οι Εμβληματικές Δράσεις, μετά από μια αμήχανη περίοδο αδράνειας, διαφημίζονται ως μεγάλο επίτευγμα, χωρίς όμως ακόμη να έχει διασφαλισθεί η στήριξη τους για το μέλλον. Προσωπικά θεωρώ ότι το καίριο ερώτημα είναι το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τέτοιες πρωτοβουλίες στην έρευνα.

Τι εννοείτε;

Με την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ η επιστημονική έρευνα αποτέλεσε για πρώτη φορά στα χρονικά, μέρος ενός ολιστικού και συγκροτημένου σχεδίου που αποσκοπούσε να συνεισφέρει στην ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Στόχευε στην διαμόρφωση ενός νέου προτύπου δίκαιης ανάπτυξης, όπου η Γνώση και η Καινοτομία που προκύπτουν από την επιστημονική έρευνα, δηλαδή η Οικονομία της Γνώσης, να βρίσκονται στο πυρήνα του.

Η ένταση γνώσης στις ελληνικές επιχειρήσεις, δηλαδή, να αποτελέσει εφαλτήριο για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας τους. Αυτό είχε αποτυπωθεί και στην «Εθνική Στρατηγική για τη Βιώσιμη και Δίκαιη Ανάπτυξη 2030» του Υπουργείου Οικονομίας, η οποία με τη αλλαγή κυβέρνησης παντελώς αγνοήθηκε.

Αντίθετα, σήμερα οι προτεραιότητες είναι διαφορετικές. Προς το παρόν, το μοντέλο ανάπτυξης που προτείνει η κυβέρνηση δείχνει επιστροφή σε προηγούμενες αποτυχημένες συνταγές υπεύθυνες για την οικονομική κρίση.

Οι πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί μέχρι τώρα είναι μάλλον αποσπασματικές και διαχειριστικού χαρακτήρα. Η έλλειψη ρυθμιστικού πλαισίου και διαφάνειας είναι διάχυτη, ενώ η έμφαση στην επικοινωνία κυριαρχεί. 

Ποια είναι η δική σας οπτική;

Η σύνδεση της έρευνας με την οικονομία δεν συμβαίνει αυτόματα. Είναι μια σύνθετη διαδικασία, που εξελίσσεται βήμα προς βήμα κι εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε χώρας. Μεταξύ αυτών είναι η διάρθρωση της οικονομίας, το κοινωνικο-πολιτικό περιβάλλον, η κουλτούρα που επικρατεί, οι ιστορικές καταβολές, το διαθέσιμο επιστημονικό προσωπικό. 

Θα σας δώσω δύο παραδείγματα. Από την αρχή της δικής μας διακυβέρνησης, η στήριξη του ανθρώπινου δυναμικού στην έρευνα, η αντιμετώπιση του brain-drain, αποτέλεσε πολιτική επιλογή και προτεραιότητα. Είναι καίριας σημασίας η συνεχής και συνεπής στήριξη κυρίως των νέων ερευνητών, που αποτελούν τη σημαντικότερη παρακαταθήκη για το μέλλον.

Μέχρι σήμερα δεν έχει εξασφαλισθεί η συνέχεια στις δράσεις του ΙΚΥ και στη στήριξη της ελεύθερης, ποιοτικής έρευνας και των νέων ερευνητών από το ΕΛΙΔΕΚ. Αυτό αποτελεί ήδη σημαντικό πλήγμα.

Δεύτερο δείγμα γραφής ήταν η συστηματική αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης της Έρευνας, που λειτούργησε και ως κίνητρο για σημαντική αύξηση  της συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα . Για πολλά χρόνια, ακόμα και πριν τα μνημόνια, οι δαπάνες για Έρευνα και Ανάπτυξη (Ε&Α) ήταν χαμηλές, περίπου 0,5%-0,8% του ΑΕΠ και με ελάχιστη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Επιπλέον, η χρηματοδότηση για την επιστημονική έρευνα εξαρτιόταν σχεδόν αποκλειστικά από ευρωπαϊκά προγράμματα, όπως τα προγράμματα-πλαίσιο για την έρευνα (π.χ. Horizon 2020) και τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ. Το 2018 οι συνολικές δαπάνες Ε&Α έφτασαν τα 2,2 δισ. €, ποσό που αντιστοιχεί στο 1,18% του ΑΕΠ.

Αν και το ποσοστό αυτό είναι ακόμα χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, αποτελεί την καλύτερη επίδοση που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ελλάδα. Αυτή είναι η παρακαταθήκη μας και ταυτόχρονα ο πήχης για τη σημερινή κυβέρνηση. 

Πως αποτιμάτε το έργο σας;

Ήδη φαίνονται τα πρώτα δείγματα ανάσχεσης του brain-drain από τις δράσεις του ΕΛΙΔΕΚ. Επίσης, για πολλά χρόνια και πριν τη κρίση, ο ευρωπαϊκός δείκτης καινοτομίας, που αποτελεί μέτρο της καινοτόμου επιχειρηματικότητας, κυμαινόταν για την Ελλάδα γύρω στο 63% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Από το 2016 ξεκίνησε μια συνεχής ανοδική πορεία και έφθασε το 2019 στο 83%. Επιπλέον, η Κρήτη είναι η πρώτη Περιφέρεια της χώρας, που με τις επιδόσεις της χαρακτηρίστηκε ως Περιφέρεια «ισχυρής καινοτομίας». Τέτοια στοιχεία, αν και συχνά παραβλέπονται,  αποτυπώνουν τη πρόοδο που έχει επιτευχθεί.

Ποιο είναι το σχόλιό σας για την αντιμετώπιση της πρόσφατης υγειονομικής κρίσης;

Η κρίση της πανδημίας, κατέδειξε απερίφραστα την αναγκαιότητα ύπαρξης ενός ισχυρού συστήματος δημόσιας υγείας. Ταυτόχρονα, ανέδειξε την σημασία της επιστημονικής έρευνας για την κοινωνία. Ο φόβος για το άγνωστο που γέννησε η υγειονομική κρίση αποτέλεσε βάση για την προσφυγή των πολιτών στην επιστήμη.

Ξέρετε, για το ευρύ κοινό η επιστήμη είναι συχνά κάτι το απόμακρο κι εξωτικό. Η κρίση λειτούργησε ως καταλύτης για να αγγίξει η επιστήμη τον απλό άνθρωπο. Όμως υπήρξαν και κάποιες παρενέργειες.

Όπως;

Όπως για παράδειγμα περιπτώσεις κάποιων επιστημόνων που εν είδει «τηλεοπτικών-celebrities», με περίσσιο ναρκισσισμό και ελαφρότητα, εμφανίζονται ολημερίς στα κανάλια και εκφράζουν απόψεις επί παντός επιστητού.

Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη τους για αυτοπροβολή, όμως αυτή η συμπεριφορά εκτός από αντιδεοντολογική είναι και επικίνδυνη, αφού μακροπρόθεσμα μπορεί να γίνει μπούμερανγκ, να οδηγήσει σε τάσεις απαξίωσης της επιστήμης. Χρειάζεται περισσότερη σεμνότητα και σοβαρότητα.

Θα ήθελα, επίσης, να αναφερθώ και σε κάτι άλλο. Πρόσφατα εξαγγέλθηκε από τον Πρωθυπουργό με τυμπανοκρουσίες μια «εμβληματική» δράση για επιδημιολογική έρευνα για την πανδημία του κορωνοϊού. Αν και προς τη σωστή κατεύθυνση, φαίνεται να λείπει ένα συνεκτικό σχέδιο που να ανταποκρίνεται στο επείγον του θέματος: τη διαγνωστική επάρκεια.  

Αμφισβητείτε την πρόθεση της παρούσας κυβέρνησης να οικοδομήσει μια οικονομία της γνώσης; 

Παρά τις διακηρύξεις, η Έρευνα δεν φαίνεται να συγκαταλέγεται στις κυβερνητικές προτεραιότητες. Επανέρχονται οι κοντόφθαλμες εμμονές για χρησιμοθηρική έρευνα που εξυπηρετεί άμεσα την αγορά χωρίς ξεκάθαρους κανόνες. Φοβάμαι ότι θα υπάρξει αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που υποτίθεται ότι επιδιώκουν. Οψόμεθα! 

Πώς βλέπετε το μέλλον; Μπορούμε να συναγωνιστούμε τις άλλες χώρες; 

Αναπόφευκτα η χώρα θα κινηθεί στο περιβάλλον της λεγόμενης 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης (4ΒΕ) και η στάση μας στο θέμα αυτό, σαφώς και δεν πρέπει να είναι τεχνοφοβική.  

Σε αντίθεση με τα όσα συχνά  διακηρύσσονται, υπάρχουν σημαντικές επιστημονικές δυνάμεις που διαπρέπουν στις τεχνολογίες της 4ΒΕ. Είναι αλήθεια ότι για το θέμα αυτό μιλούν πολλοί, αλλά λίγοι το γνωρίζουν σε βάθος.

Μια σοβαρή προσέγγιση θα πρέπει να προάγει τις σχετικές τεχνολογίες αλλά και να δίνει έμφαση στις κοινωνικές προκλήσεις που θα εγερθούν, ιδιαίτερα για το μέλλον της εργασίας. Από την άποψη αυτή, οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες έχουν πολλά να προσφέρουν.

Το συγκριτικό μας πλεονέκτημα είναι το εξαίρετο επιστημονικό δυναμικό, το οποίο είναι και περιζήτητο διεθνώς. Επιπλέον, υπάρχουν δυναμικές καινοτόμες ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τεχνολογίες αιχμής και σε συνέργεια με την ερευνητική κοινότητα μπορούν να δημιουργήσουν προϋποθέσεις για την παρουσία της χώρας μας στην 4ΒΕ με αξιώσεις. 

Σε κάθε περίπτωση, οι δυνάμεις που υπάρχουν πρέπει να απεγκλωβιστούν από παρωχημένα στερεότυπα. Να ενισχυθούν ελκυστικά περιβάλλοντα που προάγουν την επιστημονική/τεχνολογική ποιότητα και την υγιή καινοτόμο επιχειρηματικότητα. 

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on telegram
Telegram
Share on whatsapp
WhatsApp
Share on email
Email

▸ Διαβάστε ακόμα