fbpx

Σπύρος Γεωργάτος: Covid-19 – καθαρές κουβέντες

Facebook
Twitter
Telegram
Email

Άρθρο του Σπύρου Γεωργάτου, καθηγητή Ιατρικής και αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στο tvxs.gr

Το καλοκαίρι τελειώνει και τα σχολεία θα ανοίξουν, όποτε ανοίξουν και κακήν-κακώς. Το νέο φετίχ στην πολιτική καθομιλουμένη λέγεται «μάσκα». Η μάσκα είναι απαραίτητη -εμείς εδώ το λέγαμε πάντα, άλλοι ήταν που αμφιταλαντεύονταν

Πέρα όμως απ’ τις μάσκες και τα σχετικά, χρειάζεται και κάτι άλλο: να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς συνέβη στην πρώτη φάση της πανδημίας και τι στη δεύτερη. Δεν πρόκειται για θέμα που έχει μόνο ακαδημαϊκή αξία. Αν δεν οργανώσουμε λογικά τις άμυνές μας, αργά ή γρήγορα θα πέσουμε θύματα της παραπληροφόρησης και των fake news. 

Όσο ο SARS-CoV-2 βρισκόταν εκτός συνόρων, η Covid-19 αντιμετωπιζόταν άλλοτε με ασύγγνωστη ελαφρότητα και άλλοτε με μια δόση επιστημονικοφανούς υπερβολής: τη μια μέρα ήταν μια «απλή γριπούλα» και την άλλη μια σοβαρή νόσος, από την οποία κινδύνευε ν’ αρρωστήσει το 10% -ή ακόμα περισσότερο- του ελληνικού πληθυσμού. 

Απουσία αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων και μη γνωρίζοντας παρά ελάχιστα για τη βιολογία του ιού, λοιμωξιολόγοι, δημοσιογράφοι και πολιτικά στελέχη μιλούσαν για μια περίοδο με ελεύθερο συνειρμό,  χωρίς να συνειδητοποιούν τι συνεπάγονται όσα έλεγαν. 

Όταν ο κ. Τσιόδρας έλεγε ό,τι έλεγε, η (φαινομενική) θνητότητα της Covid-19 στις πληττόμενες περιοχές ήταν τουλάχιστον 3-4%. Μιλούσε δηλαδή για 30-40 χιλιάδες πιθανά θύματα στην Ελλάδα. Αλλά, πέρα από γενικότητες, ούτε εκείνος, ούτε κάποιος από τους συνεργάτες του, έμπαινε στον κόπο να πει χωρίς φόβο και πάθος τι έπρεπε να γίνει την αυριανή ημέρα -και πώς

Η κυβέρνηση δια του υπουργού Υγείας μάλλον αερολογούσε, ενώ το υγειονομικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ έθετε πράγματι ορισμένα συγκεκριμένα αιτήματα, ζητώντας έγκαιρα τη θωράκιση του ΕΣΥ με προσωπικό και υποδομές. Κανείς πάντως, απολύτως κανείς, δεν έθετε ως πρώτη προτεραιότητα την άμεση ενεργοποίηση των μηχανισμών πολιτικής προστασίας σ’ αυτή την πρώιμη φάση.

Κυβέρνηση, αντιπολίτευση και ειδικοί πανικοβλήθηκαν, όπως όλοι μας, όταν άρχισε το κακό στη Βόρεια Ιταλία. (Ανα)συγκροτήθηκε τότε επειγόντως ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας και ελήφθησαν δραστικά μέτρα: μερικός περιορισμός των μετακινήσεων από/προς το εξωτερικό, καραντίνα 14 ημερών για όσους επέστρεφαν από χώρες με κρούσματα, κλείσιμο των σχολείων και τελικά γενικό lockdown. 

Παρά τα όσα διαδίδονται για τον καθοριστικό ρόλο της επιτροπής Τσιόδρα στην εκπόνηση υγειονομικής στρατηγικής, είναι πρόδηλο ότι σ’ εκείνη την περίοδο το τιμόνι το κράταγε το Μαξίμου. 

Η κυβέρνηση, πρώτα απ’ όλα για λόγους αυτοπροστασίας, δεν ήθελε να χρεωθεί εκατόμβες νεκρών ή την πλήρη κατάρρευση των νοσοκομείων. Η εικόνα της Ιταλίας έλεγε πράγματι πολύ περισσότερα από οποιοδήποτε προβλεπτικό «μοντέλο». Εκ των συμφραζομένων καταλάβαμε ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έκρινε σκόπιμο ν’ ακολουθήσει το πρότυπο της Γερμανίας.  Αντίθετα, του φάνηκε πιο πρακτική η «low tech» προσέγγιση που είχε ακολουθήσει με σχετική επιτυχία η Κίνα. 

Τα περιοριστικά μέτρα αποδείχτηκαν σωτήρια, αλλά ο ελλιπής έλεγχος δεν μας επέτρεψε να καταλάβουμε τί ακριβώς συνέβαινε στη χώρα και πώς θα πορευόμαστε στο μέλλον.

Οι ειδικοί ευσχήμως αποποιήθηκαν την πρώτη και κύρια ευθύνη που είχαν, ν’ ασκήσουν δηλαδή αποτελεσματική πίεση στην κυβέρνηση για περισσότερους ελέγχους στην κοινότητα, με παράλληλη αποτύπωση του γενετικού προφίλ του ιού στην επικράτεια και εκτίμηση του αντικτύπου που είχε η πανδημία στο σύνολο των περιστατικών που χρειάζονταν νοσηλεία. 

Φτάσαμε μάλιστα στο άλλο άκρο: ν’ ακούμε τον κ. Τσιόδρα και τους συνεργάτες του να υπερασπίζονται την τακτική των περιορισμένων ελέγχων και να δικαιολογούν τη μικρή σημασία που απέδιδε τότε το υπουργείο Υγείας στη χρήση της μάσκας, παραπέμποντας σε διαφορετικές «απόψεις» μέσα στην ιατρική κοινότητα.

Ο ΕΟΔΥ δε, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, χρησιμοποιώντας καινοφανείς όρους και ποσοτικές παραμέτρους, που πρόδιδαν -στην καλύτερη περίπτωση- μια απύθμενη μαθηματική αγραμματοσύνη.

Έχει μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε ότι η διαχείριση της πανδημίας στην Ελλάδα έγινε, σχεδόν αποκλειστικά, με πολιτικά κριτήρια. Όλα τα άλλα, όπως η επικοινωνιακή αξιοποίηση του κ. Τσιόδρα -που την κατάπιε αμάσητη η αντιπολίτευση- και η επίφαση συναίνεσης στις προτάσεις Πολάκη/Ξανθού ήταν εντελώς για το θεαθήναι και χρησιμοποιήθηκαν αφ’ ενός για να πειθαρχήσουν τον κόσμο και αφ’ ετέρου για να καλύψουν μ’ ένα επίχρισμα σωφροσύνης και μετριοπάθειας την πολιτική της κυβέρνησης.  

Φυσικά, σ’ αυτό οι κυβερνητικοί επιτελείς δεν πρωτοτύπησαν καθόλου. Η κυβέρνηση πήρε επάνω της τη διαχείριση της πανδημίας σε πολλές χώρες, μερικές φορές με ολέθριες συνέπειες (πχ: ΗΠΑ, Βραζιλία κι αλλού).

Με την ίδια ευκολία, με την οποία η κυβέρνηση ανήγαγε τους λοιμωξιολόγους σε εθνικούς ήρωες, λίγους μήνες μετά τους έβαλε παντελώς στη γωνία, για ν’ ανοίξουν τα μαγαζιά και να έρθουν τουρίστες. Μόνο που αυτή τη φορά τα πράγματα δεν ήρθαν έτσι όπως τα είχαν λογαριάσει. 

Προφανώς, οι ειδικοί δυσαρεστήθηκαν. Κανένας όμως δεν ανέλαβε την ευθύνη να πει ευθαρσώς τί θα συμβεί με το «άνοιγμα» του καλοκαιριού, ούτε βέβαια να παραιτηθεί απ’ το πόστο του για να δημιουργηθεί κάποιος -καλώς εννοούμενος- ντόρος.

Όλα τα στραβά αποδόθηκαν στις κακές συνήθειες των γλεντζέδων και την επιπολαιότητα των νέων, λες και δεν έχουν ρόλο κι ευθύνη η οργανωμένη Πολιτεία και οι ειδικοί στη σωστή πληροφόρηση και -αν είναι ανάγκη- στην τιθάσευση όσων παρεκτρέπονται. 

Να μην τα πολυλογούμε, με το ένα και με τ’ άλλο ήρθε το τέλος του καλοκαιριού. Κι αν δεν αλλάξει κάτι, το τι θα γίνει στο άμεσο μέλλον θα εξαρτηθεί πάλι από τις πολιτικές προτεραιότητες της κυβέρνησης. 

Αν φοβηθεί ο πρωθυπουργός περισσότερο τις συνέπειες της πανδημίας στην οικονομία, θα ζήσουμε καταστάσεις «αγέλης», με το πρόσχημα ότι «πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον ιό». 

Αν πάλι επικρατήσει ο φόβος για ανεξέλεγκτη διασπορά του ιού, θα κλείσουν σχολεία και μαγαζιά κατά τόπους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το μόνο που δεν πρόκειται να συμβεί έτσι όπως πάνε τα πράγματα είναι να ληφθούν σοβαρά υπ’ όψιν οι επιστήμονες.

Δεν φταίει μόνο ο «νεοφιλελεύθερος Μητσοτάκης», φταίει κι η ίδια η επιστημονική κοινότητα, γιατί δεν είχε το ανάστημα να διεκδικήσει τον ρόλο που της αρμόζει και προσαρμόστηκε πλήρως στην επικοινωνιακή τακτική της κυβέρνησης. 

Μια και μιλάμε όμως για επιστήμονες και μάλιστα για «αρίστους» που θα μας σώσουν, καλό είναι να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα. Ζητώ ταπεινά και προκαταβολικά συγγνώμη από την επιτροπή του «ό,τι καλύτερο έχουμε», δηλαδή τον κ. Τσιόδρα και τους συνεργάτες του.  Αλλά δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα κάποια καλά θεμελιωμένη άποψή τους για τη διαχείριση της πανδημίας, πέρα από το «βλέποντας και κάνοντας». 

Στην Ελλάδα δημοσιοποιήθηκαν όμως δύο σοβαρές και τεκμηριωμένες απόψεις. Η μία διατυπώθηκε από τον διαπρεπή Έλληνα επιδημιολόγο Γιάννη Ιωαννίδη, ο οποίος, υπολογίζοντας βάσει στοιχείων τη θνητότητα της Covid-19 κοντά στο 1%, απέρριψε τη λογική των αυστηρών περιοριστικών μέτρων, συγκρίνοντας τη νόσο με τη γρίπη και επικαλούμενος πολλές παράπλευρες απώλειες. 

Η άλλη άποψη υποστηρίχτηκε από τον εξίσου διακεκριμένο Ελληνοαμερικανό καθηγητή Νικόλα Χρηστάκη. Επισημαίνοντας τις βιολογικές διαφορές του νέου ιού SARS-CoV-2 με τον SARS-CoV-1 -που εμφανίστηκε το 2002- και λαμβάνοντας υπ’ όψιν το λεγόμενο mismatch ανάμεσα στην λανθάνουσα περίοδο και την περίοδο επώασης, ο καθηγητής Χρηστάκης υπογράμμισε τη σημασία του ευρέως ελέγχου στον πληθυσμό. 

Το ίδιο βέβαια είχε επισημάνει και ο Γιάννης Ιωαννίδης, με την έννοια της απόκτησης επαρκών στατιστικών στοιχείων. Η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις δύο απόψεις ήταν ότι ο καθηγητής Χρηστάκης συνδύασε με άλλο τρόπο τη σχετικά μικρή θνητότητας της Covid-19 και τη μεγάλη μεταδοτικότητα του SARS-CoV-2, παραπέμποντας ουσιαστικά σε μια γνωστή μαθηματική αρχή: τον νόμο των πραγματικά μεγάλων αριθμών (Law of Truly Large Numbers). 

Δεν πρόκειται για τη γενική θεωρία της σχετικότητας. Ο νόμος αυτός περιγράφει κάτι πολύ απλό, αλλά ταυτόχρονα όχι προφανές με μια πρώτη ματιά: ότι ένα στατιστικά σπάνιο ενδεχόμενο, όπως ο θάνατος από Covid-19, μεταφράζεται σε μεγάλο αριθμό θυμάτων, αν ο αριθμός των κρουσμάτων είναι πολύ μεγάλος. Αυτό ακριβώς βλέπουμε τώρα στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία, την Ινδία.

Άρα, το μείζον στην πανδημία είναι η αντιμετώπιση της υψηλής μεταδοτικότητας του SARS-CoV-2 και ο περιορισμός της διασποράς του στην κοινότητα. Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Ο ευρύς έλεγχος και η ιχνηλάτηση, ο περιορισμός του συγχρωτισμού και -στο μέλλον- το εμβόλιο είναι τα μόνα μέσα για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και «προγραμματικά» την πανδημία. 

Μιλώντας για την πανδημία, μπαίνω στον πειρασμό να πω και κάτι άλλο -που ίσως ξεφεύγει λίγο, αλλά έχει τη σημασία του στον επίλογο. Η αριστεία, η αριστερά και οι αριθμοί είναι λέξεις ομόρριζες. Αναρωτιέμαι λοιπόν αν η ετυμολογική σχέση τους υποδηλώνει επίσης μια λειτουργική συνάφεια -έστω και κατ’ ευφημισμό. 

Γιατί το λέω αυτό; Διότι είναι πολύ δύσκολο να φανταστώ άριστους που αγνοούν ή αντιπαλεύουν τους αριθμούς και αριστερούς που δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα στην πραγματική αριστεία και ό,τι κατά καιρούς γυαλίζει. 

(Visited 77 times, 1 visits today)

Περισσότερα