fbpx

Σπύρος Γεωργάτος: Για το νέο ελληνικό Πανεπιστήμιο

Facebook
Twitter
Telegram
Email

To Πανεπιστήμιο της νέας εποχής ● Ο Σπύρος Γεωργάτος, αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, για τις προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ

Στον αντίποδα της υπόθεσης Πατούλη και των «μεταρρυθμίσεων» που απεργάζεται με μυστικότητα το υπουργείο Παιδείας, ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε αυτή τη βδομάδα στη δημοσιότητα τις δικές του προτάσεις για το Πανεπιστήμιο της νέας εποχής. Δύο χαρακτηριστικά προσδίδουν σε αυτή την επεξεργασία πολιτική ενόραση και αξιοπιστία: πρώτον, το σχέδιο καλύπτει όλο το φάσμα των αναγκών και των σύγχρονων προκλήσεων στην ανώτατη εκπαίδευση· δεύτερον, πρόκειται για μια συλλογική δουλειά, που εκπονήθηκε από τη βάση του κόμματος. Αυτό καταδεικνύει ότι, όταν η Αριστερά αποφασίσει να συγκεντρώσει και να αξιοποιήσει τις δυνάμεις που διαθέτει σε έναν τομέα, το έργο που παράγεται μπορεί να είναι παραπάνω από αξιόλογο.

Σταχυολογώ εδώ μερικές από τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, σχολιάζοντας από τη σκοπιά του πανεπιστημιακού, αλλά και εργαζομένου στο Δημόσιο, ορισμένα σημεία που κατά τη γνώμη μου προσφέρονται για συζήτηση. Σκόπιμα επιλέγω τα «πεζά»: μία πρώτη κατηγορία θεμάτων αφορά ζητήματα που η σημασία τους είναι προφανής αλλά η υλοποίηση τους αρκετά δύσκολη· μια δεύτερη περιλαμβάνει «ευαίσθητα» προβλήματα, τα οποία σπανίως τίθενται με παρρησία στον δημόσιο διάλογο· τέλος, μια τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει θέματα που μπορεί να θεωρηθούν δευτερεύοντα, αλλά, όπως θα δούμε, δεν είναι.

Το σχέδιο προτείνει διπλασιασμό του αριθμού των καθηγητών και της δημόσιας χρηματοδότησης σε βάθος τετραετίας, ειδική μέριμνα και στελέχωση των Πανεπιστημιακών Ερευνητικών Κέντρων και υποστήριξη του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας & Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ). Στόχος εδώ είναι πρωτίστως η αλλαγή της απαράδεκτα υψηλής σχέσης φοιτητών προς καθηγητές στα ελληνικά ΑΕΙ (40:1 αντί του 17:1 στην Ευρώπη), χωρίς όμως να μειώνεται δραματικά ο αριθμός των εισακτέων – την «εύκολη λύση» που επινόησε το υπουργείο Παιδείας υιοθετώντας την «Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής». Πέρα από τη βελτίωση της σχέσης διδασκόντων-διδασκομένων, αυτό το μέτρο επίσης αποσκοπεί στην αύξηση του προσωπικού σε πανεπιστημιακά Τμήματα με λιγότερους από 20 καθηγητές -ένα φαινόμενο που συνιστά διεθνή επιστημολογική πρωτοτυπία– καθώς και στην αξιοποίηση του αξιόλογου ερευνητικού δυναμικού, που ήδη διαθέτει η χώρα.

Πυρήνας αυτών των προτάσεων είναι μια θεμελιώδης αρχή, που την έχει εξ ολοκλήρου υιοθετήσει όχι μόνο η Ευρώπη, αλλά και όλες οι ευνομούμενες χώρες ανά τον κόσμο: η εκπαίδευση, σε όλες τις βαθμίδες της, είναι αυτονόητο κοινωνικό αγαθό. Όποιος εμμέσως ή αμέσως περιορίζει την πρόσβαση των νέων ανθρώπων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν υπηρετεί την προκοπή της κοινωνίας και την ανάπτυξη του τόπου, αλλά άλλα συμφέροντα. Ανάπτυξη και κοινωνική πρόοδος με περιορισμό των φοιτητών δεν γίνεται, για τον απλούστατο λόγο ότι το ΑΕΠ αυξάνεται αναλογικά με το ποσοστό των νέων που βρίσκονται εντός εκπαιδευτικής διαδικασίας, όπως έχει εκτιμηθεί από την UNESCO και άλλους διεθνείς οργανισμούς.

Προκύπτει βέβαια το ερώτημα από που θα εξοικονομηθούν οι απαραίτητοι πόροι για τον διπλασιασμό του προσωπικού και της χρηματοδότησης, αλλά και για όλα τα άλλα μέτρα που περιέχονται στο σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ. Η απάντηση σε αυτό είναι πολύ συγκεκριμένη. Κατ’ αρχάς, τα ποσά για τα οποία συζητάμε δεν είναι εξωφρενικά – προσοχή εδώ οι καλοθελητές, γιατί έχουν προϋπολογιστεί! Στην πραγματικότητα, τα κονδύλια που απαιτούνται είναι αρκετά μικρότερα από όσα αφιερώνουν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες στην εκπαίδευση και την έρευνα. Επομένως, θα ήταν άτοπο να ισχυρισθεί κανείς ότι όλος ο υπόλοιπος κόσμος ξοδεύει άσκοπα τους εθνικούς πόρους του, ενώ το δικό μας «επιτελικό κράτος» ακολουθεί μια ορθολογική πολιτική.

Εθνικοί πόροι για την Παιδεία -αλλά και την Υγεία- θα προκύψουν βέβαια μόνο με στοχευμένες πολιτικές, επαναξιολόγηση των δημοσιονομικών προτεραιοτήτων, ριζική αλλαγή του φορολογικού συστήματος και καταπολέμηση της διαπλοκής (βλέπε φωτογραφικές αναθέσεις, σκοιλ ελικικού, «λίστα Πέτσα» και άλλα, που έχουν επίσης ληφθεί υπ’ όψιν). Τα πενιχρά μέσα που έχει διαθέσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη στην Παιδεία από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα χρήματα από τα ΕΣΠΑ δεν επαρκούν για να καλύψουν αυτές τις ανάγκες. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η αναβάθμιση της Παιδείας προϋποθέτει μια αλλαγή πολιτικής και μια στρατηγική πολλαπλών μετασχηματισμών – κι όχι μόνο της Οικονομίας.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διστάζει να προτείνει αύξηση των αποδοχών σε όλες τις κατηγορίες προσωπικού στα Πανεπιστήμια, ένα μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους συντεχνιακό, συνδικαλιστικό ή ακόμα και λαϊκίστικο. Τίποτε πιο άστοχο! Οι καθηγητές Πανεπιστημίου, των οποίων οι μισθοί έχουν μειωθεί ή καθηλωθεί εδώ και δεκαετίες, θα πρέπει να αμείβονται καλύτερα όχι γιατί έχουν περισσότερα προσόντα ή γιατί θα πρέπει να κάνουν ευσυνείδητα και αμερόληπτα τη δουλειά τους – όπως οι δικαστικοί. Αξίζουν καλύτερης μισθολογικής μεταχείρισης για έναν και μόνον λόγο: διότι εργάζονται πολύ περισσότερο και υπό πολύ δυσκολότερες συνθήκες από ό,τι αφήνει να εννοηθεί ο συστημικός τύπος, που τους παρουσιάζει ενίοτε ως αργόσχολους.

Εξηγούμαι. Οι πανεπιστημιακοί μπορεί να έχουν τυπικά ένα «σκανδαλωδώς» μειωμένο ωράριο, που προβλέπει υποχρεωτική παραμονή στα ιδρύματα 20 ώρες τη βδομάδα. Αλλά, παρ’ όλα αυτά, όσοι δεν ασχολούνται με ελευθέρια επαγγέλματα και έχουν ως μόνη πηγή εισοδήματος τον μισθό τους πληρώνονται με απεχθέστατους όρους για τη δουλειά που κάνουν. Οι γονείς και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι θα πρέπει να γνωρίζουν ότι η έλλειψη διοικητικού προσωπικού επιβάλλει για οποιονδήποτε σέβεται τον εαυτό του στα ΑΕΙ να κάνει το μεγαλύτερο μέρος της γραμματειακής και της προπαρασκευαστικής δουλειάς που χρειάζονται τα μαθήματά του εντελώς μόνος του. Άρα, το τυπικό ωράριο -πάλι, για όποιον δεν ετεροαπασχολείται ή δεν παρανομεί- δεν ισχύει. Για την ακρίβεια, στο Πανεπιστήμιο δεν υπάρχουν αργίες και σαββατοκύριακα. Αυτό που υπάρχει είναι άπειρη δουλειά τόσο στο γραφείο όσο και στο σπίτι.

Ευσχήμως και σιωπηλά τόσα χρόνια, οι πανεπιστημιακοί έχουν επίσης μετατραπεί σε λογιστές, επειδή η παρακολούθηση των ερευνητικών έργων που υλοποιούν απαιτεί ένα απίστευτο ποσόν εργασίας για να τηρηθούν οι όροι του κάθε τεχνικού δελτίου. Πολλές φορές κάνουν επίσης τον τεχνικό ή τον μηχανολόγο, επειδή τα πρακτικά προβλήματα που εμφανίζονται καθημερινά απαιτούν άμεσες λύσεις. Τέλος, με την κατήφεια που προκαλούν η υπο-χρηματοδότηση και η έλλειψη κατάλληλων υποδομών, το επιστημονικό προσωπικό παίζει συχνά τον ρόλο του κοινωνικού λειτουργού και του ψυχολόγου, προσπαθώντας να εμψυχώνει τους φοιτητές και τους υποψήφιους διδάκτορες για να συνεχίζουν τη δουλειά τους χωρίς να απογοητεύονται. Αν αυτό ακούγεται εύκολο και ανώδυνο, θα πρέπει να διευκρινίσω ότι ο συμβουλευτικός ρόλος των πανεπιστημιακών είναι μια δουλειά που κοστίζει πολύ σε χρόνο και μεταφράζεται σε μεγάλη ψυχολογική -και φυσική- καταπόνηση.

Τούτων δοθέντων, μπορεί κανείς να διερωτηθεί γιατί το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ αξιολογεί ως σημαντικά μια σειρά από άλλα ζητήματα, όπως τα μικρά λεωφορεία (shuttle buses) για τη μεταφορά φοιτητών και προσωπικού από το ένα σημείο του κάθε Πανεπιστημίου (ή της πόλης)  στο άλλο, την ανέγερση νέων φοιτητικών εστιών, ώστε να καλύπτεται τουλάχιστον το 15% των φοιτητών, ή τη δημιουργία αποθήκης αναλωσίμων (stockrooms) σε κάθε ίδρυμα. Όλα αυτά δεν ακούγονται «εμβληματικά», αλλά μάλλον τετριμμένα.

Τετριμμένες ή όχι, αυτές οι παράμετροι καθορίζουν την ποιότητα της καθημερινής ζωής στο Πανεπιστήμιο. Για παράδειγμα, όταν το πρόγραμμα διδασκαλίας περιλαμβάνει μαθήματα από τις 9 το πρωί και εργαστήρια μέχρι τις 8 το βράδυ, οι εκπαιδευόμενοι έχουν ελάχιστο χρόνο για ένα γρήγορο γεύμα και μια συζήτηση με τους συμφοιτητές τους. Δεν μπορεί να ταλαιπωρούνται καθημερινά και να κουράζονται άδικα με τη μεταφορά τους σε διάφορα σημεία -γιατί μετά σταματούν να παρακολουθούν τις διαλέξεις και τελείωσε. Επίσης, όταν οι φοιτητές δεν βρίσκουν εύκολα στέγη, χάνουν τον χρόνο τους -και τα χρήματα που ενδεχομένως δεν έχουν- μέχρι να βρουν μια βιώσιμη λύση. Το Πανεπιστήμιο δεν αποτελείται από άψυχα αντικείμενα, αλλά από πρόσωπα με ανάγκες και όρια φυσικής αντοχής.

Η ύπαρξη αποθήκης αναλωσίμων στα ΑΕΙ είναι ένα σημαντικότατο θέμα. Αποσοβεί το καθημερινό άγχος «μη μας τελειώσουν τα χημικά», «μην μας καεί η ασφάλεια στο όργανο», «μην μας σπάσει κάποιο γυαλικό». Όλα αυτά συμβαίνουν καθημερινά, γιατί η εργαστηριακή δουλειά περιέχει, εκτός από τις «μεγάλες στιγμές», και αβλεψίες, λάθη ή αυτό που λέμε «συμβάματα». Άλλωστε, η ύπαρξη αποθήκης επιτρέπει την αγορά υλικών σε μεγάλες ποσότητες, που αγοράζονται έτσι με σημαντική έκπτωση εξοικονομώντας πολύτιμους πόρους. 

Τελειώνω. Στο σχέδιο που δημοσιεύθηκε περιλαμβάνονται και κάποια άλλα, όπως δομές επιτελικής σημασίας (πχ:  καθιέρωση υπουργείου Πανεπιστημίων & Έρευνας και Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας, με μόνο αντικείμενο την επεξεργασία εθνικού προγράμματος εκπαίδευσης και ακαδημαϊκής έρευνας (Χάρτης) που θα αναμορφώνεται ανά 10ετία). Βεβαίως, αυτά τα επιτελικά όργανα θα αποκτήσουν πραγματικό επιτελικό ρόλο όταν το Πανεπιστήμιο γίνει, όπως γράφεται στο κείμενο, ολοκληρωμένο, ποιοτικό, διεπιστημονικό δημοκρατικό, βιώσιμο και συμπεριληπτικό. Αυτό και μόνο αυτό αξίζει όμως στους νέους και στην ελληνική κοινωνία. Τίποτα λιγότερο. 

(Visited 210 times, 1 visits today)

Περισσότερα