fbpx

Ποιος (θα) καθορίζει το πρόγραμμα σπουδών στην δημόσια εκπαίδευση;

Facebook
Twitter
Telegram
Email

Το ζήτημα του ποιος καθορίζει το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών -πρέπει να- αποτελεί ένα από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης και μάλιστα ενόψει των προσεχών εκλογών

* της Ιφιγένειας Καμτσίδου, αναπλ. καθηγήτριας Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ

Την τελευταία πενταετία, το Συμβούλιο της Επικρατείας ανταποκρίθηκε θετικά στην προσπάθεια αρκετών ιεραρχών και παραεκκλησιαστικών οργανώσεων να μετουσιώσουν την κοινωνική επιρροή της εκκλησίας σε κρατική εξουσία και να εξοπλίσουν την διοίκησή της με αρμοδιότητες που ανήκουν στην Βουλή ή στην κυβέρνηση. Πρόκειται για τις γνωστές υποθέσεις που αφορούσαν στο πρόγραμμα του μαθήματος των Θρησκευτικών στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο και επιλύθηκαν με τις αποφάσεις ΣτΕ 660/2018 και ΣτΕ 1749-50/2019.

Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τις αιτήσεις ακύρωσης των σχετικών υπουργικών αποφάσεων (ΥΑ) έκρινε ότι η επιλογή της κανονιστικώς δρώσας διοίκησης να προσδώσει στο μάθημα θρησκειολογικό και όχι κατηχητικό χαρακτήρα ήταν αντίθετη στο Σύνταγμα, που δήθεν επιβάλλει το μάθημα των θρησκευτικών να διαθέτει «ομολογιακό» χαρακτήρα, επειδή η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Κρίση εκκεντρική, που παραγνωρίζει την συνταγματική επιταγή για προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και διαβρώνει τον ουδετερόθρησκο χαρακτήρα του κράτους, η προσέγγιση της πλειοψηφίας του ανώτατου ακυρωτικού έχει αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής κριτικής.

Ωστόσο, και παρά τις εύστοχες επιστημονικές αντιδράσεις, η σύνδεση που επιχείρησε το ΣτΕ ανάμεσα στο Σύνταγμα και στο περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών, διατηρεί ανοιχτό το ερώτημα αν πραγματικά ο καταστατικός χάρτης δεσμεύει την πολιτική ηγεσία ως προς τις κατευθύνσεις που πρέπει να ακολουθεί η διδασκαλία στην δημόσια εκπαίδευση. Με άλλα λόγια, το πολιτειακό και πολιτικό διακύβευμα που γέννησαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις έγκειται στην διαφύλαξη της αρμοδιότητας του υπουργού παιδείας να καθορίζει, λαμβάνοντας υπόψη τα διδάγματα της επιστήμης, τους όρους με τους οποίους θα πραγματοποιείται η εκπαίδευση των νέων ανθρώπων που φοιτούν στα ελληνικά σχολεία.

Η άτολμη προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με την αναθεώρηση του Συντάγματος, συγκεκριμένα του άρθρου 3, δεν ευδοκίμησε με αποτέλεσμα η ιεραρχία να διατηρεί την ευχέρεια να αναδεικνύεται σε θεσμικό αντίπαλο της εκλεγμένης κυβέρνησης, να περιβάλλει με συνταγματικά επιχειρήματα τις πολιτικές επιλογές της και να προσφεύγει στην δικαιοσύνη για την υλοποίησή τους. Έτσι φαίνεται ότι καθένας υπουργός είναι υποχρεωμένος να συνδιαλέγεται με την εκκλησία και να λαμβάνει υπόψη τις αντιλήψεις της όταν διαμορφώνει τις δημόσιες πολιτικές στην εκπαίδευση, σήμερα στο μάθημα των θρησκευτικών, αύριο της ιστορίας, της φυσικής κ.ο.κ.

Η εξέλιξη αυτή, πάντως, δεν είναι μονοσήμαντη. Η ερμηνευτική πρόταση της πλειοψηφίας του Συμβουλίου της Επικρατείας επικαλείται το Σύνταγμα, αδειάζοντας το κανονιστικό του περιεχόμενο, γεγονός που έχει ήδη επισημανθεί από μέλη του δικαστηρίου. Οι στιβαρές μειοψηφίες που διατυπώθηκαν, αφού διασαφηνίζουν ότι:

«ως ανάπτυξη της “εθνικής συνείδησης” νοείται η συνειδητοποίηση της συμμετοχής στην εθνική κοινότητα που προσδιορίζεται διαχρονικά ως ελληνική με πολιτιστικά και γλωσσικά κριτήρια, ενώ, ως “ανάπτυξη της θρησκευτικής συνειδήσεως” νοείται η εξοικείωση των μαθητών με το θρησκευτικό φαινόμενο στην ιστορική του πορεία και στη σύγχρονη πραγματικότητα» ~ (ΣτΕ 660/2018, σκ. 15)

καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα:

«η ανάπτυξη θρησκευτικής συνειδήσεως επιτυγχάνεται μέσω της υποχρεωτικής διδασκαλίας του μαθήματος των θρησκευτικών… βάσει καταλλήλου προγράμματος σπουδών. Για την διαμόρφωση του προγράμματος αυτού και την επιλογή της διδακτέας ύλης, που αποτελούν αμιγώς κρατικές αρμοδιότητες, ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια».

Η διεκδίκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας του νομοθέτη είναι υπόθεση της αριστεράς, που σταθερά υπενθυμίζει ότι η πολιτική ταυτότητα των Ελλήνων συγκροτείται μέσω της προσήλωσης τους στις αρχές της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης, από τις οποίες εμφορούνται εξίσου ορθόδοξοι, καθολικοί, μουσουλμάνοι και άθεοι. Είναι μια διεκδίκηση που καθορίζει την σχέση των κομμάτων της με την κοινωνία, καθώς συνδέεται στενά με το αίτημα οι δημόσιες πολιτικές να καθορίζονται από τους αντιπροσώπους του λαού, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του εκλογικού σώματος.

Για τον λόγο αυτό, το ζήτημα του ποιος καθορίζει το περιεχόμενο του μαθήματος των θρησκευτικών -πρέπει να- αποτελεί ένα από τα κεντρικά ζητήματα της πολιτικής αντιπαράθεσης και μάλιστα ενόψει των προσεχών εκλογών. Καταρχάς, για να εξασφαλιστεί ο σεβασμός του Συντάγματος που επιτάσσει αφενός να προστατεύεται η θρησκευτική πίστη καθενός μέλους του κοινωνικού συνόλου, αφετέρου να προάγεται ο πλουραλισμός σε όλα τα πεδία ως προϋπόθεση για την αυτοκυβέρνηση του λαού.

Ακόμη, για να αποκατασταθεί η δικαιοκρατική παράδοση της διοικητικής δικαιοσύνης, που, με αφορμή την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες (ΣτΕ 2283/2001) είχε υψώσει ισχυρό φραγμό στις εθναρχικές βλέψεις της ιεραρχίας. Κυρίως, όμως, για να διαφυλαχθεί η αυτονομία της πολιτικής και να έχει την δυνατότητα η ελληνική κυβέρνηση να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και τις εντολές της κοινωνίας.

Πρώτη δημοσίευση: Left.gr

(Visited 71 times, 1 visits today)

Περισσότερα