fbpx

Κατέ Καζάντη: Τα ιδιωτικά σχολεία ως μια μορφή κοινωνιοπάθειας

Share on facebook
Share on twitter
Share on email

Η Κάτε Καζάντη είναι αρθογράφος

Αν η ιδεολογική ηγεμονία της κυρίαρχης τάξης κρίνεται από την επιτυχία της να μεταλαμπαδεύει τα χούγια της -άλλως πως την αισθητική της- στα υποτελή, μεσο-μικροαστικά και εργατικά-προλεταριακά στρώματα, στο χώρο της εκπαίδευσης το έχει προ πολλού κατορθώσει. Η μορφή της κοινωνιοπάθειας που κατατρύχει τους από πάνω και τους οδηγεί να κατασκευάζουν γειτονιές φρούρια, μακριά από τους παρίες, τους οδηγεί επίσης να φτιάχνουν και σχολεία περίκλειστα, αυστηρώς απαγορευμένα για τα πλήθη της φτωχολογιάς.

Αυτή ακριβώς η κοινωνιοπάθεια, που αφορά το ζήτημα των τέκνων και της εκπαίδευσής τους, καθίσταται ιερή, καθώς περίπου απαγορεύεται να την κρίνει κανείς, καθότι αφορά ζητήματα ανηλίκων, τα οποία τίθενται, παρά τη θέλησή τους, στο προσκήνιο. Έτσι, ανεμπόδιστα, οι ελίτ εξακολουθούν να επιβάλλουν τα πασίγνωστα πρότυπα των ακριβών ή πανάκριβων σχολείων, παρασύροντας στο ψεύδος του δήθεν «καλού» και τους υποτελείς, συχνότατα δε και τους αριστερούς. Όμως, υπό τα όμματα της κριτικής, για κάθε αριστερή/ο τουλάχιστον, κάθε τι που αντιστρατεύεται την κοινωνική εγγύτητα και αλληλεγγύη, κάθε τι που υποτάσσεται στην κουλτούρα των οικονομικών ανισοτήτων, τίθεται απέναντι εξ ορισμού: ούτε καλό ούτε χρήσιμο.

Αλλά ο τρέχων ταξικός πολιτισμός έχει ήδη πείσει τους πολίτες πως η ανέλιξη οποιοσδήποτε μορφής -οικονομική, πνευματική- έρχεται μοναχά με τους όρους αυτός ο πολιτισμός επιβάλλει. Ο κόσμος της εργασίας δηλαδή, συμπεριλαμβανομένων των μεσο-άνω υπαλληλικών ή επιχειρηματικών στρωμάτων που μάλλον εύκολα καταβροχθίζονται από τον ανταγωνισμό, θεωρεί πως τα παιδιά του, για να διατηρήσουν και να βελτιώσουν την ταξική τους θέση, οφείλουν να μην συμφύρονται με τους παρίες. Διότι και αμφισβητούν το μορφωτικό-διανοητικό επίπεδο που μπορεί να έχει μια εργατική οικογένεια, αλλά και θεωρούν πως η «γνωριμία» με τέτοιους δεν εγγράφεται στα χρειαζούμενα προσόντα. Το δε δημόσιο σχολείο προοδευτικά απαξιώνεται, στο πλαίσιο της ηγεμονικής νεοφιλελεύθερης άποψης που απαξιώνει κάθε δημόσιο αγαθό.

Επίσης, όσες/οι αναλύουν, ακόμα, μαρξικά την κοινωνία, γνωρίζουν καλά πως η παιδεία που μορφώνει και διαμορφώνει συνειδήσεις δεν περνάει μέσα από το ωρολόγιο πρόγραμμα και τα ακριβοπληρωμένα επιπλέον μαθήματα της κουλτούρας των σχολείων των επιχειρηματιών της εκπαίδευσης. Έχει να κάμει με το ευρύτερο περιβάλλον και την εκτίμηση που τούτο έχει στη γνώση καθαυτή. Έχει να κάμει με τον τρόπο που αντιμετωπίζει το χρήμα και τα υλικά αγαθά, έχει να κάμει με το αξιακό του σύστημα.

Έχει, συνοπτικά και επί της ουσίας, να κάμει με τη άρνηση και την καταγγελία ή την κατάφαση και τη αναπαραγωγή μιας κοινωνίας ανισοτήτων και ατελεύτητης βαρβαρότητας. Κι αν τα όρια αυτής της αμφισβήτησης σ’ ένα δημόσιο σχολείο είναι, δικαίως ελαστικά, στα σχολεία των επιχειρηματιών όποιος/α αμφισβητεί, απολύεται.

Η δε κοινωνική ανέλιξη μέσα από την ιδιωτική εκπαιδευτική διαδικασία είναι, επίσης, μια απάτη. Διότι η γονεϊκή παρακαταθήκη, σε χρήμα ή αξιώματα, όποιο σχολείο ή πανεπιστήμιο κι αν τελειώσεις, τούτο μονάχα θα σ’ ακολουθεί: οι κόρες κι οι γιοι πρωθυπουργών και επιχειρηματιών, τέτοιες/οι θα παραμείνουν για το υπόλοιπο του βίου τους, μ’ όλες τις γνωριμίες και τα πανωπροίκια των γονιών τους.

Κι οι κόρες κι οι γιοι των από κάτω, το πολύ-πολύ, να αποκτήσουν, με τον συμφυρμό, μια «καλή» θέση εργασίας στα σαλόνια των από πάνω, στο βαθμό βεβαίως που δεν αμφισβητούν την εξουσία τους. Διότι ο τρόπος για να ανέβεις στα ψηλά, το συνηθέστερο, δεν σχετίζεται με τη διάνοια, ούτε βέβαια με το μορφωτικό επίπεδο.

Απεναντίας, τίθεται σε αντίθεση μ’ αυτά: τα όντως άνω στρώματα πέρασαν μέσα από την εκμετάλλευση του/ης διπλανού/ης, μέσα από την εκμετάλλευση λαών ολόκληρων. Σε τούτο η συλλογή πληροφορίας των εκπαιδευτηρίων μπορεί να βοηθά. Αλλά η όντως μόρφωση, η καλλιέργεια των λεπτών αποχρώσεων του νου και της ψυχής, αυτή που οδηγεί στην ανθρώπινη αλληλεγγύη, καταφανώς όχι.

Το πρόβλημα, βέβαια, δεν είναι που συναποφασίζουν οι κυρίαρχες ελίτ του χρήματος και της πολιτικής να ζήσουν πέραν του κοινωνικού σώματος και να ιδρυματοποιήσουν τα παιδιά τους. Το μείζον είναι που έπεισαν τους υποτελείς να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους, έτσι ώστε και η εξουσία τους, περνώντας μέσα από την εκπαιδευτική διαδικασία, να παραμένει ανέπαφη και αναπαραγόμενη και να μένει και το διάφορο στους ομοϊδεάτες τους σχολάρχες. Ο κοινωνικός αυτοματισμός απέναντι στους δήθεν «τεμπέληδες» εκπαιδευτικούς του δημοσίου και των προερχόμενων από την εργατική τάξη ή των μεταναστών μαθητών, έκανε καλή δουλειά.

Σε όλα αυτά, ο κόσμος της Αριστεράς, δυστυχέστατα, δεν στάθηκε απέναντι. Ούτε έμεινε απ’ έξω. Ενίοτε ενίσχυσε, με τον τρόπο του και το παράδειγμά του, τη νεοφιλελεύθερη προσταγή, αντί, επίσης με τον τρόπο του και το παράδειγμά του, να ενισχύσει το δημόσιο σχολείο. Που παραμένει καλύτερο από εκείνα της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», αφού η κουλτούρα που διαχέει αφήνει ρωγμές στον μπετόν της ακροφιλελεύθερης ηγεμονίας.

(Visited 96 times, 1 visits today)

Περισσότερα