fbpx

Θοδωρής Μαρκόπουλος: Λατινικά και αρχαιομανία

Facebook
Twitter
Telegram
Email

Η κατάθεση του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Παιδείας (από μόνη της πράξη σύγκρουσης, δεδομένων των κοινωνικών συνθηκών) επανέφερε στο προσκήνιο τα Λατινικά, τα οποία πήραν και πάλι τη θέση τους ως μάθημα εξέτασης της θεωρητικής κατεύθυνσης στις πανελλήνιες εξετάσεις. Μια κίνηση ξεκάθαρα πολιτική και πολύ λιγότερο εκπαιδευτική.

Η εξέταση στο μάθημα των Λατινικών για την εισαγωγή σε τμήματα «θεωρητικών» επιστημών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελεί αναμφίβολα απολίθωμα μιας παλαιότερης αντίληψης τόσο για την ίδια την εκπαίδευση γενικότερα, όσο και για το περιεχόμενο των λεγόμενων θεωρητικών επιστημών.

Πηγάζει από τη θεώρηση της αρχαιογνωσίας ως υπέρτατου αγαθού, μια αντίληψη που τόσο στιγμάτισε τη γλωσσική πολιτική της χώρας αλλά και την ελληνική κοινωνία ευρύτερα, ιδιαίτερα μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και την καθιέρωση της «δημοτικής» ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Φυσικά, η αρχαιογνωσία, δηλαδή η πολύπλευρη γνώση του αρχαίου κόσμου, δεν ήταν από μόνη της το πρόβλημα (μολονότι συνδέεται βέβαια με συγκεκριμένες πολιτικές και κοινωνικές στάσεις και πρακτικές).

Το πρόβλημα ήταν η παράδοξη και καταστροφική -με τα σημερινά γλωσσολογικά δεδομένα- ταύτιση της αρχαιογνωσίας με την αρχαιομάθεια / αρχαιογλωσσία, δηλαδή με τη γνώση των αρχαίων γλωσσών, κυρίως των Αρχαίων Ελληνικών και δευτερευόντως των Λατινικών. Δεν μελετάμε τα κείμενα του Δημοσθένη και του Ιουλίου Καίσαρα τόσο για τη γλωσσική τους έκφραση όσο κυρίως για τη λογοτεχνική, ιστορική, φιλοσοφική αξία που έχουν.

Αυτό το αυτονόητο συμπέρασμα για όποιον πραγματικά ενδιαφέρεται για τη μελέτη του αρχαίου κόσμου φαίνεται να διαφεύγει από αρκετούς που ασχολούνται με αυτήν! Η εποχή που πιστεύαμε ότι οι «κλασικές» γλώσσες έχουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τις καθιστούν ανώτερες από τις υπόλοιπες έχει περάσει οριστικά και αμετάκλητα για τη γλωσσολογική επιστήμη.

Επομένως, η μελέτη των Λατινικών θα είχε νόημα αν μπορούσε να ξεκλειδώσει το πολιτιστικό περιεχόμενο των κειμένων. Ομως ούτε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (τουλάχιστον με τα υπάρχοντα προγράμματα σπουδών), ούτε βέβαια στη δευτεροβάθμια μπορεί να συμβεί αυτό. Ας αναλογιστούμε πόσα χρόνια και πόσες ώρες διδασκαλίας χρειαζόμαστε για να μάθουμε να χειριζόμαστε τα Αγγλικά, μια γλώσσα από την οποία τα παιδιά έχουν αμέτρητες παραστάσεις εξωσχολικά (και επομένως και σχετικό ενδιαφέρον), και ας σκεφτούμε τι θα μπορούσε να μάθει κανείς με τις ελάχιστες ώρες Λατινικών των τελευταίων τάξεων του Λυκείου: Ισως θα μπορούσε να μάθει τη Γραμματική, αλλά η Γραμματική χωρίς τις λέξεις είναι κενό γράμμα, δεν «ξεκλειδώνει» κανένα κείμενο.

Μήπως λοιπόν θα ήταν καλύτερα να ενισχύσουμε τη διδασκαλία των Λατινικών, όπως κάναμε για τα Αρχαία (με πενιχρά έως ανύπαρκτα αποτελέσματα, αλλά αυτό είναι κάτι που δεν συζητείται); Αυτή είναι μια ιδέα που πολλοί φαίνεται να συμμερίζονται για να «σωθεί» ένα μάθημα. Ομως, ούτε πρέπει να «σωθούν» τα Λατινικά ούτε υπάρχουν οι συνθήκες να το επιτρέψουν, ακόμα κι αν θέλαμε.

Ως προς το -πιο εύκολο- πρακτικό σκέλος, αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να προστεθούν ώρες διδασκαλίας των Λατινικών, ενδεχομένως και στις τρεις τάξεις του Λυκείου. Από ποιο μάθημα / ποια μαθήματα λοιπόν θα αφαιρούσαμε ώρες για να τις δώσουμε στη διδασκαλία μιας γλώσσας που εξυπηρετεί αποκλειστικά φοιτητές των φιλολογικών τμημάτων; Γιατί όσα λέγονται περί χρησιμότητας της Λατινικής ως γλώσσας είναι μάλλον αφελή, εκτός και αν πιστεύουμε ότι για να γνωρίζει κανείς τρεις-τέσσερις εκφράσεις μιας γλώσσας (π.χ. ντε φάκτο / de facto) πρέπει να γνωρίζει καλά να χειρίζεται εξ ολοκλήρου τη συγκεκριμένη γλώσσα!

Γιατί όμως να μην είμαστε -έστω και θεωρητικά- υπέρ της «σωτηρίας» των Λατινικών στα σχολεία; Μα γιατί η διδασκαλία του συγκεκριμένου μαθήματος ενισχύει την «αρχαιομανία» και μας κρατάει ακόμα δέσμιους αντιλήψεων όπως είναι η ταύτιση γλώσσας και πολιτισμού. Γιατί δεν μπορεί η εισαγωγή σε κάποια σχολή της θεωρητικής κατεύθυνσης να εξαρτάται από τη γνώση δύο (!) αρχαίων γλωσσών που έχουν ελάχιστη σχέση με το περιεχόμενο των μαθημάτων της μεγάλης πλειονότητας των σχολών αυτών. Και γιατί θα αναγκάσει τα φιλολογικά τμήματα να επιχειρήσουν μία -πολύ καθυστερημένη- αναθεώρηση των προγραμμάτων σπουδών που παρέχουν, χωρίς να έχουν πια το άλλοθι ότι «θεωρητικά» οι φοιτητές που εισέρχονται στα Πανεπιστήμια «γνωρίζουν» Λατινικά (ή και Αρχαία). Και αυτό νομίζω μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην ενίσχυσή τους, πολύ περισσότερο από την προσπάθεια να διατηρηθεί το status quo.

*ο Θοδωρής Μαρκόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

(Visited 37 times, 1 visits today)

Περισσότερα