fbpx

Μαυρογιώργος: Εκπαίδευση & ο αχταρμάς των κυβερνητικών ευφημισμών

Facebook
Twitter
Telegram
Email

Ο Γιώργος Μαυρογιώργος, ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, γράφει για την εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη

Επεξεργαζόμουν το σχέδιο κειμένου που θα έδινε «άμεση συνέχεια» στην προηγούμενη ανάλυση με τίτλο «Πανδημία και διαγνωστικές εξετάσεις PISA (μέρος Α’)». Ωστόσο, χρειάστηκε να διαβάσω «Πρακτικά» της Βουλής και άλλες επικοινωνιακές κυβερνητικές ανακοινώσεις και άρθρα, πέρα από τα εδάφια (άρθρο 104) περί «διαγνωστικών εξετάσεων» του νόμου 4823/2021 που ψηφίστηκε τον Ιούλιο του 2021. Ένα νομοσχέδιο που στην αρχική του μορφή έφερε τον τίτλο «Νέο(!) Αναβαθμισμένο Σχολείο», για να καταλήξει στη Βουλή και να ψηφιστεί με τον «εύηχο» και παραπειστικό τίτλο «Αναβάθμιση του σχολείου, ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών»!

Το αφήγημα του «Νέου Σχολείου»: ένα εξαντλημένο πυροτέχνημα!

Βέβαια πέραν των πολιτικών υπάρχουν και πανεπιστημιακοί, οι οποίοι συμβάλλουν στη διαφημιστική αποθέωση των επιχειρούμενων εκπαιδευτικών παρεμβάσεων στο υποχρεωτικό δημόσιο σχολείο. Πανεπιστημιακός, ο οποίος είχε χρηματίσει στενός συνεργάτης της Άννας Διαμαντοπούλου στο υπουργείο Παιδείας, έσπευσε -πριν κλείσει η δημόσια «διαβούλευση κωφών» για το σχέδιο νόμου (29-Ιουν-2021)- να αποθεώσει δημοσιογραφικά στη Liberal «το μεταρρυθμιστικό εγχείρημα του Νέου Σχολείου». Είναι τόσο βέβαιος ότι πρόκειται περί μεταρρύθμισης, που:

«επιτέλους εισάγει τον ενάρετο κύκλο ηγεσίας-αυτονομίας-αξιολόγησης στο ελληνικό σχολείο και επιφέρει μια σημαντική αλλαγή παραδείγματος»!

Για να κατανοήσουμε τη συνδρομή πανεπιστημιακών στο κυβερνητικό έργο της ΝΔ χρειάζεται να συνδυάσουμε ορισμένες βιογραφικές πινελιές. Ο συντάκτης του άρθρου είναι καθηγητής Εκπαιδευτικής Πολιτικής (το αντικείμενό του καταλαμβάνει το μισό σκέλος του τίτλου του Τμήματος) στο Τμήμα Κοινωνικής & Εκπαιδευτικής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Την περίοδο 2011-2012 διετέλεσε αντιπρόεδρος του ΙΕΠ. Υπήρξε μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής, που εκείνη την εποχή είχε την ευθύνη της συγγραφής επιμορφωτικού υλικού (σε 12 περίπου τόμους!) για την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, με κοινοτικά κονδύλια του ΕΣΠΑ (2007-2013). Είναι και μέλος του ΔΣ του «Δικτύου για την Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη» (ΜΚΟ), στο οποίο προεδρεύει η Άννα Διαμαντοπούλου, η πρώην υπουργός Παιδείας και πρώην υποψήφια για τη θέση του γενικού γραμματέα του ΟΟΣΑ, έπειτα από πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αποκαλυπτικό για την ανιδιοτελή υποστήριξη που παρείχε ο συντάκτης του άρθρου είναι το υστερόγραφο. Γράφει:

«Ελπίζω ότι δεν διέφυγε της προσοχής των αναγνωστών η σημειολογία δυο στοιχείων: 

α) το ότι η κυβέρνηση επίγραψε το σχέδιό της με τον όρο «Νέο Σχολείο», όρο που είχε χρησιμοποιήσει και η Άννα Διαμαντοπούλου για το σχέδιο που είχε προωθήσει επί δικιάς της υπουργίας (η σύνδεση είναι ορατή),

β) το ότι η παρουσίαση του σχεδίου έγινε στο «Στρογγυλό Σχολείο», δηλαδή σε ένα σχολείο που σχεδίασε πριν 50 περίπου χρόνια ο μοντερνιστής αρχιτέκτονας Τάκης Ζανέτος, με στόχο να συνδέσει την άκαμπτη αρχιτεκτονική ενός δημοσίου κτιρίου σε μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας (όπως ο Αγ. Δημήτριος) με τις πιο σύγχρονες τάσεις της Ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής (ο συμβολισμός της επανασύνδεσης του εκπαιδευτικού μας συστήματος με τις σύγχρονες διεθνείς τάσεις είναι και πάλι εμφανής)».

Είχε δικαιολογημένες «αϋπνίες» ο συντάκτης του άρθρου μη και μας διαφύγει «η ορατή σύνδεση» των πρόσφατων εκπαιδευτικών σχεδιασμών της ΝΔ με τις αντίστοιχες άκρως αυταρχικές και συντηρητικές εκδοχές εκπαιδευτικής πολιτικής της εποχής Διαμαντοπούλου και την αναπαλαίωση του αφηγήματος περί του «Νέου Σχολείου». Και η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως προπαγάνδιζε «το Νέο Σχολείο της ανοιχτής σκέψης». Μόνο που και η υπουργός και ο συντάκτης του άρθρου δε γνώριζε ότι το copyright του όρου το είχε κατοχυρώσει, μεταπολιτευτικά, ο Αντώνης Τρίτσης (1986-1988) με τη δική του πρόταση διαλόγου για το «Νέο Σχολείο». 

Ο νυν Πρόεδρος του ΙΕΠ, πριν ακόμη εγκριθεί η υποψηφιότητά του από τη Βουλή, είχε υποστηρίξει κάτι ανάλογο. Στις 7-Νοε-2019 είχε δηλώσει κυνικά πως «όσο κι αν ακούγεται αναχρονισμός, το ρολόι σχετικά με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις πρέπει να γυρίσει πίσω…». Γυρίζουμε, λοιπόν, προς τα πίσω για να καθιερώσουμε το «Νέο Αναβαθμισμένο Σχολείο». Αυτά συμβουλεύουν τον πρωθυπουργό, αυτά ακούει ή αυτά τού γράφουν, για να δίνει, από καιρού εις καιρόν, εντολές και προσταγές προς την αντιπολίτευση και στις ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών. 

Όσο και να το έψαξα, δυσκολεύτηκα να εντοπίσω στις προτάσεις τους για το «Νέο Σχολείο», αναφορές σε αρχές όπως κοινωνική δικαιοσύνη, ισότητα, θετική διάκριση, δημοκρατία, δικαιώματα, δωρεάν παιδεία, σχολική επιτυχία για όλους. Το σχολείο προβάλλεται ως κοινωνικά ουδέτερο και αταξικό, αν και λειτουργεί σε ταξική κοινωνία. Το αφήγημα του «Νέου Σχολείου» έχει καεί…

«Ποιον καίνε» τα χαρτιά;

Δε θα μπορούσα να παρακάμψω τις ομιλίες του μέχρι σήμερα πρωθυπουργού και της υπουργού Παιδείας. Είναι αλήθεια ότι ανατράπηκαν τα σχεδιάσματά μου, τόσο που αναγκάστηκα να προτάξω κάποιες σκέψεις, πριν δώσω τη συνέχεια για την οποία είχα δεσμευτεί. Μια από τις ιδέες που είχα είναι μήπως να καθιερώναμε τα Πρακτικά εκπαιδευτικών νομοσχεδίων της Βουλής ως Επιμορφωτικό Υλικό για κριτική αποδόμηση των αφηγημάτων ώστε να μη «καίνε τα μυαλά» μας; 

Η ανάλυση περιεχομένου και η αποσύνταξή τους είναι αποκαλυπτική. Θεωρώ πως είναι μια ιδέα που προσφέρεται για μια πιο ενημερωμένη κριτική πολιτική υποδοχής των εντολών της νομοθετικής εξουσίας (Βουλής) και της εκτελεστικής εξουσίας. Οι νομοθετικές και εκτελεστικές ρυθμίσεις καθορίζουν τις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών που είναι αυτόχρημα και συνθήκες μάθησης των μαθητών/τριών.

Στα Πρακτικά της Βουλής, αλίευσα -ανάμεσα σε πολλά άλλα μαργαριτάρια- την επιτιμητική ρήση-ρουκέτα του βλοσυρού και αυστηρού «Πατέρα» (αν είναι δική του):

«Ζητώ και σε αυτήν την αίθουσα να πάψουν να ακούγονται εύηχα ψέματα που κολακεύουν αυτιά αλλά καίνε τα μυαλά»!

Αυτό διατυπώθηκε από το σημερινό πρωθυπουργό της χώρας στη Βουλή, κατά τη συζήτηση του σχετικού νόμου. Μια ομιλία γεμάτη απροσδόκητα κι εκπλήξεις. Η συγκεκριμένη πρωθυπουργική απαίτηση απευθυνόταν άμεσα σε κόμματα της αντιπολίτευσης και -μέσω αυτών- στους Έλληνες πολίτες/εκπαιδευτικούς. Για να δούμε, πώς θεμελιώνεται η συγκεκριμένη πρωθυπουργική ρουκέτα.

«Νόμος και τάξη» παντού, ακόμα και στην κριτική σκέψη

Από κοντά και η κα υπουργός! Εκείνη ισχυρίστηκε ότι:

«Με το νέο νομοσχέδιο περνάμε από την αποστήθιση στην κριτική ανάλυση και σκέψη. Λέει η Αξιωματική Αντιπολίτευση ότι λείπει η κριτική γνώση. Συμφωνούμε. Εμείς κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Εισάγουμε το πολλαπλό βιβλίο για να καλείται ο μαθητής να συνδυάσει πηγές»!

Καταλάβαμε! Με νόμο καταργούν την αποστήθιση και με νόμο εντέλλονται ώστε οι εκπαιδευτικοί να διδάσκουν τους μαθητές/τριες συνδυάζοντας πηγές μάθησης! Είναι γνωστό το δόγμα τους: «Νόμος και Τάξη παντού». Από κοντά έρχεται και το «Αξιολόγηση παντού».

Αλλά να ρυθμίζουν με νόμο «κρατικές» διδακτικές «κριτικής σκέψης» δεν είναι κομμάτι αντιφατικό; Έχουμε μια ανέξοδη πλειοδοσία περί «κριτικής σκέψης», τόση που να ανατρέπει το ήδη νομοθετημένο «Εργαστήριο Δεξιοτήτων», το οποίο προβάλλεται ως καινοτόμος παιδαγωγική τεχνολογία. Νομοθετήθηκε λες και οι δεξιότητες δεν εμπεριέχονται -ρητά ή άρρητα- στο σύνολο των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων! 

Βέβαια η κα υπουργός αναφέρει σε μια γραπτή ανακοίνωσή της:

«Το βιβλιοκεντρικό μοντέλο της απομνημόνευσης αντικαθίσταται από το γνωσιοκεντρικό μοντέλο του πολλαπλού βιβλίου. Το πολλαπλό βιβλίο στοχεύει στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και στην ουσιαστική κατάκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων». 

Πώς και η αντιμετώπιση της απομνημόνευσης προβάλλεται ως τόσο απλή υπόθεση; Για να σχολιάσουμε το θέμα της πολυδιαφημισμένης και δοκιμασμένης παλαιάς «καινοτομίας» του πολλαπλού βιβλίου (όχι βιβλίων), αν πότε γίνει πράξη, δεν αποκλείεται να έχουμε «συνδυαστική χρήση πηγών». Όπως ακριβώς γίνεται ήδη με τις συνδυαστικές ερωτήσεις των εισαγωγικών εξετάσεων που απαιτούν συνδυασμένη χρήση διαφορετικών σελίδων του σχολικού βιβλίου. Τις κατατάσσουμε, μάλιστα, στις απαιτητικές ερωτήσεις κρίσεως. 

Θα έχουμε κάτι ανάλογο κι εδώ. Μια ιδιότυπη «νόμιμη συρραφή» των ίδιων κυρίαρχων απόψεων από περισσότερες πηγές ή βιβλία. Μόνο που το λεγόμενο «μητρώο σχολικών βιβλίων» θα περιλαμβάνει σχολικά βιβλία που θα έχουν υποστεί τη δοκιμασία της κρατικού ελέγχου και που θα έχουν ενιαίο προσανατολισμό, λόγω και των προδιαγραφών των σχολικών προγραμμάτων. Ενδεχομένως με διαφορετικές διατυπώσεις, παιδαγωγικές και διδακτικές αρχές και τεχνικές. Τουλάχιστον, να τους εξοικειώναμε στην πρακτική ώστε να παραθέτουν τις πηγές τους, με τα ονόματα των συγγραφέων… έτσι που να είναι ευαίσθητοι και στο θέμα της μνημονικής αντιγραφής και της «κλοπής πνευματικών δικαιωμάτων»!

Το βέβαιο είναι ότι η καθιέρωση του πολλαπλού βιβλίου είναι απολύτως ελεγχόμενη. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση της «ελεύθερης επιλογής» βιβλίων. Κάτι που θα ενισχύσει τον ανταγωνισμό στην αγορά των συγγραφέων και των εκδοτικών οίκων. Ανακοινώθηκε η εκπόνηση 123 νέων προγραμμάτων με κοινοτικά κονδύλια ΕΣΠΑ (2013-2020), οπότε το θέμα παρουσιάζει ενδιαφέρον. Τα κοινοτικά κονδύλια, από τα ΜΟΠ μέχρι το ΕΣΠΑ (2014-2020), είναι σημαντικό κίνητρο και μηχανισμός ενσωμάτωσης και προσεταιρισμού «δρώντων υποκειμένων» σε θέσεις «κλειδιά» στο μηχανισμό της εκπαίδευσης.

Με νόμο νόμιζαν ότι θα καταργήσουν και το κεκτημένο του πανεπιστημιακού ασύλου! Όταν το Πανεπιστήμιο καταργηθεί ή υποβαθμιστεί ολοσχερώς, τότε θα συμβεί κάτι τέτοιο. Η εγκατάσταση της αστυνομίας ως κατασταλτικής δύναμης, δεν έχει προοπτικές στα πανεπιστήμια. Δεν είναι τυχαίο που όλο αυτό το διάστημα οι κομματικοί «εκλεκτοί» του σώματος αυτού δεν έχουν πιάσει δουλειά! Περισσότερο με ανησυχεί η «ακαδημαϊκή αστυνομία», η προβαλλόμενη ως ανεξάρτητη Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), που μπαινοβγαίνει με περιφερόμενους αξιολογητές πανεπιστημιακούς «ειδικού μητρώου», για να κάνουν πιστοποίηση σπουδών στην οποία ρητά αναφέρεται η πλήρης ή ατελής «συμμόρφωση» στα ενιαία κριτήρια και δείκτες της ΕΘΑΑΕ και του Ευρωπαϊκού Χώρου Ανώτατης Εκπαίδευσης.

«Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν»

Πολύ περισσότερο, όταν στην ίδια συνεδρίαση θεμελίωναν επίμονα τις κυβερνητικές τους επιλογές στις νεοφιλελεύθερες ρετσέτες περί αυτονομίας και περί ελευθερίας, η Νίκη Κεραμέως υπογράμμισε: 

«Να δώσουμε αέρα στο σχολείο, στους εκπαιδευτικούς μας. Μεγαλύτερη ελευθερία, μεγαλύτερη αυτονομία. Ελευθερία στον εκπαιδευτικό να αξιοποιήσει τις μεθόδους εκείνες που κρίνει κατάλληλες».

Την ίδια εποχή στέλνουν εγκύκλιο για την «εορτή των τριών Ιεραρχών» και ορίζουν (21-Ιαν-2022):

«Οι εορταστικές εκδηλώσεις στις σχολικές μονάδες Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης για την προσφορά των Τριών Ιεραρχών στα Γράμματα, θα πραγματοποιηθούν την Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022, όπως προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις, σύμφωνα με εγκύκλιο την οποία υπέγραψε σήμερα η υφυπουργός Παιδείας Ζέττα Μακρή. Οι εκδηλώσεις αυτές θα έχουν διάρκεια έως δύο διδακτικές ώρες. Κατά τα λοιπά θα τηρηθεί το Ωρολόγιο Πρόγραμμα των μαθημάτων της ημέρας»!

Πώς ήταν δυνατό ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα να το αφήσουν στη δικαιοδοσία του Συλλόγου Διδασκόντων!

Με άλλη πρόσφατη εγκύκλιο (18-Ιαν-2022) εντέλλονται:

«Τα σχολεία να αφιερώσουν δύο διδακτικές ώρες στην Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος».

Ένα, όντως, σημαντικό θέμα που προσφέρεται για πολλαπλές σχολικές δραστηριότητες ευαισθητοποίησης. Εδώ, σχολιάζουμε τη λειτουργική αντίφαση της κεντρικής εξουσίας μπροστά στην εκχώρηση αρμοδιοτήτων.

Ακόμη μία εγκύκλιος (17-Δεκ-2021) ενημερώνει τους εκπαιδευτικούς ότι:

«Το Α’ τετράμηνο για τους μαθητές των Γυμνασίων και των Λυκείων λήγει την Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022 και οι έλεγχοι επίδοσης των μαθητών θα σταλούν με e-mail, μέσω του ΠΣ myschool, χωρίς την ανάγκη φυσικής παρουσίας των γονέων στις σχολικές μονάδες, μέχρι το τέλος του τρέχοντος μήνα».

Οι εκπαιδευτικοί, δηλαδή, ενημερώνονται λεπτομερώς για τις προβλέψεις του σχετικού άρθρου 86 του νόμου 4823/2021 που ρυθμίζει το όλο θέμα της αξιολόγησης της επίδοσης των μαθητών/τριών. 

Ο πρωθυπουργός τον Ιούλιο του 2021 στη Βουλή, κατά τη συζήτηση του σχετικού νομοσχεδίου ήταν καταπέλτης:

«Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί θα πρέπει το υπουργείο να καθορίζει σε εξονυχιστική λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο εξετάζονται οι μαθητές στην τάξη. Τώρα δίνουμε παραπάνω ευελιξία, τα παραδοσιακά διαγωνίσματα, τα οποία θα εξακολουθούν προφανώς να παίζουν τον ρόλο τους, να μπορούν να μετατρέπονται σε ατομικές ή σε ομαδικές εργασίες των μαθητών, να δώσουμε στον δάσκαλο, στον καθηγητή τη δυνατότητα να κάνει αυτές τις παρεμβάσεις. Αυτός ή αυτοί ξέρουν τελικά καλύτερα τι συμβαίνει μέσα στην τάξη και ποιος είναι ο σωστός τρόπος μέσα σε ένα ευρύ πλαίσιο να μπορούν να αξιολογούν την πρόοδο των μαθητών τους».

Έτοιμος για επιμορφωτικό σεμινάριο για εκπαιδευτικούς που δοκιμάζονται και που τους «έχουν αλλάξει τα φώτα» στην ενδυνάμωση!

Αξιολόγηση & αποκέντρωση: Ο άλλος Ιανός

Φαίνεται πως η εκχώρηση αρμοδιοτήτων στους εκπαιδευτικούς κάπου σκαλώνει! Όπως και η αστυνομία στα πανεπιστήμια. Θα αργήσει να υλοποιηθεί. Είναι απαραίτητο να προηγηθεί το στήσιμο του μηχανισμού και η στελέχωσή του, που σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα συγκροτεί ένα μόρφωμα «αποκεντρωμένου συγκεντρωτισμού», πιο αυταρχικού, πιο άμεσου και αποτελεσματικού στον έλεγχο των σχολείων και των εκπαιδευτικών.

Οι κυβερνώντες το θεωρούν αυτονόητο ότι χρειάζεται κάτι τέτοιο. Όταν αναφέρονται στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των στελεχών, οι κυβερνώντες, ρητά κι απροσχημάτιστα, το διευκρινίζουν. Πάλι, ο πρωθυπουργός παίρνει την ευθύνη των επόμενων εξελίξεων στο θέμα της λεγόμενης «αποκέντρωσης», της «αυτονομίας», της «αναβάθμισης» και της «ενδυνάμωσης». Όλων αυτών των εύηχων ευφημισμών! Στο «επιμορφωτικό υλικό» των Πρακτικών διαβάσαμε να ισχυρίζεται ότι:

«Η άλλη όψη, ωστόσο, της αυτονομίας είναι η αξιολόγηση, ένα απαραίτητο αντίβαρο το οποίο πρέπει να υπάρχει, καθώς κάθε φορά που ένας οργανισμός απελευθερώνεται από τον ασφυκτικό κεντρικό έλεγχο, πρέπει να υπάρχει και ένα πλαίσιο ελέγχου, ώστε να αποφεύγονται πιθανές εκτροπές. Είναι, επίσης, η αξιολόγηση μια απαραίτητη δικλείδα ασφαλείας για την αποφυγή προνομιακών σχέσεων μεταξύ συναδέλφων αλλά και κατάχρησης μιας ηγετικής θέσης. Είναι, όμως, ταυτόχρονα και η αξιολόγηση ένα εργαλείο διαρκούς βελτίωσης του παρεχόμενου εκπαιδευτικού έργου. Εφαρμόζεται παντού -παντού!- στον ανεπτυγμένο κόσμο και η χρησιμότητά της πρέπει επιτέλους κάποια στιγμή να αναγνωριστεί καθολικά και στη χώρα μας».

Μας τα είπε όλα, όπως είναι, μαζί με τις ανυπέρβλητες αντιφάσεις τους. Δεν ξέρω αν είχε υπόψη του τα αφηγήματα για το διπρόσωπο Ιανό των μεταβατικών καταστάσεων και των διαβάσεων. Πάντως, έχει ρητά και κατηγορηματικά υποστηρίξει ότι η αξιολόγηση προσφέρεται για έλεγχο, επιτήρηση, καταγραφή των εκτροπών και των αποκλίσεων, τη συμμόρφωση, με κριτήριο την «κανονικότητα».

Αυτό επιβεβαιώνεται όταν αναλύσουμε τη διοικητική και «υποστηρικτική» δομή που στήνεται με τον «αποκεντρωμένο συγκεντρωτισμό». Λέτε να έχει διαβάσει Φουκώ και να έχει βαλθεί να επιβάλει το «Πανοπτικό» του! Πρόκειται για κίβδηλα νομίσματα του νεοφιλελευθερισμού με άξονα την πολύχρονη εκκρεμότητα της αποκέντρωσης για την οποία «ταλαιπωρούμε» («μάλλιασε η γλώσσα τους»), χρόνια τώρα, τον υπερεθνικό ΟΟΣΑ, τον επιθεωρητή σύμβουλο της αγοράς ενός αρπακτικού καπιταλισμού.

Οι αντιστάσεις του εκπαιδευτικού κινήματος είναι αυτές που προστάτεψαν το ελληνικό δημόσιο σχολείο και από εκπαιδευτικές πολιτικές που επέτειναν τον ταξικό του χαρακτήρα και από τις ντιρεκτίβες του ΟΟΣΑ, του ΠΟΕ, της ΕΕ, του ΙΟΒΕ, που προωθούν -χρόνια τώρα- τη μείωση των δαπανών για τη δημόσια εκπαίδευση, την ιδιωτικοποίηση της δαπάνης, τον ανταγωνισμό, το κουπόνι, την αναζήτηση πηγών χρηματοδότησης. Γι’ αυτό και βρίσκονται στο στόχαστρο μιας συστηματικής και ολομέτωπης δυσφήμισης.

Γιατί έχουν σημασία όλα αυτά;

Ίσως δε θα χρειαζόταν να δώσω τόση σημασία σε αυτά τα ζητήματα. Άλλωστε, και το θέμα των «διαγνωστικών εξετάσεων» είναι μια επιμέρους πτυχή στο όλο πλέγμα των δράσεων «Αξιολόγηση παντού». Ωστόσο, βρίσκω προκλητικό που τη συγκεκριμένη «ρήση» ο πρωθυπουργός τη συνέδεσε με το αφήγημα «Αξιολόγηση παντού» για να προχωρήσει σε μια κακόγουστη, ειρωνική και υβριστική απόπειρα δυσφήμισης του αιτήματος για τον περαιτέρω «εκδημοκρατισμό» και εμβάθυνση των πολιτικών για τη δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση.

Ήταν και είναι η μόνη προτεραιότητα. Είναι και ένα χρόνιο αίτημα των εκπαιδευτικών τους οποίους συκοφαντούν ότι δήθεν είναι εναντίον των εκπαιδευτικών αλλαγών. Το ερώτημα είναι ποιες αλλαγές. Την προσταγή του τη συνδύασε με τη διευκρίνιση:

«Ξέρετε, αυτή η ισοπέδωση προς τα κάτω, που σας αρέσει να αποκαλείτε “εκδημοκρατισμό” δεν κάνει τίποτα άλλο από το να στερεί από τα παιδιά το βασικό όπλο για την πρόοδό τους. Tα εθίζει τελικά στην ήσσονα προσπάθεια, αποτρέποντάς τα από το ατομικό στοίχημα, αλλά και από την ομαδική δράση που οδηγούν είτε σε επιστημονική είτε σε ακαδημαϊκή επαγγελματική σταδιοδρομία»!

Πρόκειται για τα πολύ γνωστά «παλαιάς κοπής» συντηρητικά επιχειρήματα περί «ήσσονος προσπάθειας», περί «ισοπέδωσης προς τα κάτω», περί της «ατομικής ευθύνης». Αυτά τα θεραπεύει, σύμφωνα με τους κυβερνώντες, μόνο μια σκληρή αλλά «απελευθερωτική» νεοφιλελεύθερη πολιτική επιλογή που να εγκαθιστά, σε όλο το μήκος της εκπαιδευτικής διαδρομής από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο, μεγάλο εύρος δοκιμασιών και τυπικών ή άτυπων μορφών αξιολόγησης και εξεταστικών φραγμών, γιατί αλλιώς «η αποσάθρωση του δημόσιου σχολείου αποβαίνει τελικά σε βάρος των πιο αδύναμων».

Δεν υπάρχει πιο αποκαλυπτική ρητορική για την υπόθεση «των πιο αδύναμων» του σχολείου: είναι η εντατικοποίηση της αξιολόγησης στην εκπαίδευση. Είναι αυτή, που σύμφωνα με όλες τις ερευνητικές ενδείξεις, επιτείνει την ταξική διάκριση, την περιθωριοποίηση, τη σχολική διαρροή και εγκατάλειψη, τη σχολική αποτυχία, τη σχολική υπο-επίδοση.

Αυταρχικές πρωθυπουργικές κορώνες, αυτού του τύπου, προς την αντιπολίτευση, ευδοκιμούν δυο χρόνια τώρα σε καιρό «πανδημίας» και σε κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», στην αίθουσα του Κοινοβουλίου, με τη χαλκευμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όπου το 22% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, η μειοψηφία δηλαδή, ασκεί την εξουσία πάνω στην πλειοψηφία (78%). Ή που έστω η μειοψηφία 34.9% των ψηφισάντων έχει την πλειοψηφία των εδρών της Βουλής. Είναι οι γνωστές νομότυπες κάλπικες νόρμες που καταστρατηγούν την ισοτιμία της ψήφου των πολιτών.

Πάντοτε είχα το ερώτημα: γιατί, άραγε, οι πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης συμμετείχαν στην κοινοβουλευτική διαδικασία συζήτησης τόσο αυταρχικών μέτρων για την  εργασία, την υγεία, την εκπαίδευση, τα δικαιώματα; Γιατί νομιμοποιούσαν, με την παρουσία τους στις εργασίες του Κοινοβουλίου, την κυβερνητική μειοψηφία, να αξιοποιεί την πανδημία ως αφετηρία κατεδάφισης εμβληματικών και ιστορικών κοινωνικών κατακτήσεων!

Εκτός Κοινοβουλίου, βέβαια, οι κορώνες αυτού του είδους αναπαράγονται με ιδιαίτερη σπουδή από τον εσμό των πολυάριθμων ιδιωτικών επιχειρήσεων εκπαίδευσης και οικονομικών παραγόντων (ΣΕΒ, ΙΟΒΕ, ΣΙΣ, ΣΕΚ, Ιδιωτικοί Ραδιοτηλεοπτικοί Σταθμοί) και κρατικών ΜΜΕ. Με λίγα λόγια, πέρα από το στόλο των ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους, δραστηριοποιείται ένα ισχυρό πλέγμα επιχειρηματικών συμφερόντων. Ο κοινός τόπος συνάντησης των συμφερόντων τους είναι το φιλέτο της δημόσιας εκπαίδευσης, γι’ αυτό και καταφεύγουν κατ’ επάγγελμα, πολλά χρόνια τώρα, συστηματικά και στρατευμένα, άμεσα ή έμμεσα, σε μια πολύπλευρη δυσφήμηση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης.

Αυτοί οι συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων και επιχειρηματικών κύκλων προσφέρουν στον πρωθυπουργό την ισχύ και την άνεση για να «κουνάει το δάκτυλο» στην αντιπολίτευση και να καταφεύγει ακόμη και σε σποτ που μυρίζουν αναρχική διαμαρτυρία. Η αντισυμβατική Κατερίνα Γώγου μας είχε προειδοποιήσει: «Στο μυαλό είναι ο στόχος».

Οι ευφημισμοί της «αναβάθμισης» και της «ενδυνάμωσης»

Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις, τόσο στο επίπεδο των κανονιστικών διευθετήσεων όσο και κατά τη μεταφορά αυτών στην πράξη, που μας επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι οι ισχυρισμοί περί «αναβάθμισης του σχολείου» και περί «ενδυνάμωσης των εκπαιδευτικών» είναι απλοϊκοί και ειρωνικοί ευφημισμοί που αποπροσανατολίζουν. 

Η πρόταση περί «αναβάθμισης» του σχολείου, αφ εαυτής, υποδηλώνει αρνητική αξιολόγηση του υφιστάμενου σχολείου, εξ ου και η διολίσθηση των κυβερνώντων σε διαρκείς καταγγελίες και δυσφήμιση, με τη συνδρομή των «κυβερνητικών» μέσων ενημέρωσης. Ανάλογη είναι η υπαινικτική παραδοχή που υποβαστάζει την πρόταση περί «ενδυνάμωσης» των εκπαιδευτικών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρές δυσχέρειες στην άσκηση του έργου τους. Με το πρόσχημα μιας παραπειστικής ρητορικής περί «ενδυνάμωσής τους», οι κυβερνώντες καταφέρονται και εναντίον των εκπαιδευτικών, οι οποίοι αντιστέκονται και αντιπαλεύουν τα μέτρα που στοχεύουν στην κατεδάφιση και την υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης, στο όνομα μιας κίβδηλης «αναβάθμισης».

Οι συντονισμένες δίδυμες πρακτικές δυσφήμισης και ευφημισμών συσκοτίζουν τόσο τις αφετηριακές παραδοχές των σχεδιαστών όσο και τις  πραγματικές επιπτώσεις που θα έχουν οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις στην πράξη.

Στη διαδικασία υποδοχής και εφαρμογής των εκπαιδευτικών μέτρων, το κοινωνικό εισβάλλει στο θεσμικό, για να αποκαλύψει τις πολύ περιορισμένες δυνατότητες που έχει η ιδεολογική διαχείριση των συγκρούσεων για/και στην εκπαίδευση, καθώς το κυρίαρχο κοινωνικό αίτημα εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων αναφέρεται σε προτεραιότητες για την περαιτέρω εμβάθυνση του εκδημοκρατισμού στο υποχρεωτικό δημόσιο σχολείο.

Ας αφήσουμε, βέβαια, το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικές προτεραιότητες, εν μέσω πανδημίας, ήταν η εξασφάλιση συνθηκών ώστε εκπαιδευτικοί και μαθητές/τριες να κάνουν τα μαθήματά τους, με πρωτόκολλα που δεν ακυρώνουν το περιεχόμενο μιας ουσιαστικής παιδαγωγικής συνάντησης. Είναι προφανές ότι, κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν είναι δυνατόν να προκύψει πλαίσιο «αναβάθμισης» του σχολείου και «ενδυνάμωσης» των εκπαιδευτικών. Πολιτικές αναβάθμισης και ενδυνάμωσης δεν ευδοκιμούν σε καταστάσεις «έκτακτων αναγκών», με ισχυρές δόσεις άσκησης «θανατοπολιτικής». Η πανδημία αξιοποιήθηκε ως ανέλπιστη ευκαιρία για την ολοσχερή κατεδάφιση της δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης. Είναι η ίδια πανδημία που εισβάλλει, ανατρέπει και εκθέτει τους κυβερνώντες και τους ευφημισμούς τους.

Κατακερματισμός και προσεταιρισμός

Οι κυβερνητικές νομοθετικές ρυθμίσεις έχουν το χαρακτήρα χιονοστιβάδας. Οι εξαγγελίες και οι ανακοινώσεις είναι σχεδόν καθημερινές. Όλο και κάτι προετοιμάζεται. Τα νομοσχέδια ήταν πάρα πολλά. Έρχονταν κατακερματισμένα και αποσπασματικά λες και δεν υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο προγράμματος με ενιαίο πολιτικο-ιδεολογικό προσανατολισμό και στόχευση. Αυτή η αποσπασματικότητα και ο κατακερματισμός στην άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής είναι πρόσφορη πρακτική για μια σειρά από λόγους:

● Δεν ευνοείται η διαμόρφωση ολοκληρωμένης άποψης για την έκταση της συντελούμενης αποδόμησης και κατεδάφισης της δημόσιας εκπαίδευσης.

● Ο κατακερματισμός του όλου εκπαιδευτικού ζητήματος σε επιμέρους πεδία, ευνοεί τον κατακερματισμό των ενδιαφερομένων κοινωνικών συλλογικοτήτων.

● Ο κατακερματισμός των εμπλεκομένων προσφέρεται για πρακτικές προσεταιρισμού και ενσωμάτωσης και την υπονόμευση μιας ενδεχόμενης ενιαίας μετωπικής απάντησης. Το παράδειγμα της αξιολόγησης στην εκπαίδευση και των διαφόρων εισαγωγικών εξετάσεων είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Η ΔΟΕ, η ΟΛΜΕ και η ΠΟΣΔΕΠ ουδέποτε συγκρότησαν ενιαίο μέτωπο στην υπόθεση της αξιολόγησης στην εκπαίδευση και της εργαλειοποίησής της στις πολιτικές που ασκούνται. Όταν η δημόσια εκπαίδευση, στο σύνολό της, έχει απορρυθμιστεί δραματικά, οι κατακερματισμένες κινητοποιήσεις γίνονται μέρος του προβλήματος. Εκτός, εάν…

Η «Ελληνική PISA» δεν είναι όπως η «Ελληνική Φέτα» 

Όπως ήδη έχουμε σημειώσει στην προηγούμενη ανάλυσή μας, με το νόμο περί «αναβάθμισης» και «ενδυνάμωσης» καθιερώνονται οι λεγόμενες «διαγνωστικές εξετάσεις» στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Αρχικά εφαρμόζονται στην τελευταία τάξη και σε δύο μαθήματα, με την πρόβλεψη να είναι δυνατή η επέκτασή τους και σε άλλες τάξεις και σε περισσότερα μαθήματα. Το θέμα φαινομενικά μοιάζει ασήμαντο. Όπως όμως υποδηλώνει και ο πιο πάνω τίτλος, είναι ένα κομβικό σημείο-πυροκροτητής που αν ενεργοποιηθεί, θα σημάνει την πλήρη εκχώρηση του δημόσιου υποχρεωτικού σχολείου της χώρας στην εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ για το σχολείο της καπιταλιστικής αγοράς. Θα μετακινηθούμε από την «κουλτούρα αξιολόγησης» του ΟΟΣΑ στη βία του «Αξιολόγηση παντού».

Ως αθεράπευτα νευρωτικός, ανατράπηκα από αυτά που διάβασα και αποφάσισα να προτάξω κάποιες σκέψεις που αποσαφηνίζουν -πιστεύω- το πλαίσιο των ευρύτερων στοχεύσεων και διεργασιών που διαγράφονται με τα εκπαιδευτικά μέτρα που έχουν θεσπισθεί ή που σχεδιάζονται. Δεν έχω, δηλαδή, τηρήσει τη δέσμευση να δώσω για συνέχεια με το προηγούμενο πολύ σημαντικό θέμα-κλειδί των λεγόμενων «διαγνωστικών εξετάσεων» στην υποχρεωτική εκπαίδευση της χώρας. Είναι αυτό που, καταφανώς γελοιογραφικά και πολύ εύκολα, βαφτίστηκε «Ελληνική PISA». Λες και πρόκειται για brand name, όπως το αντίστοιχο της «Ελληνικής φέτας». Μεταθέσαμε, για λίγο, τη συνέχεια της ανάλυσης στο παραπάνω θέμα, που έτσι κι αλλιώς, θα επιβαρύνει τους επόμενους μήνες την ήδη βεβαρημένη κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» στα σχολεία της χώρας. Κι αυτό είναι κάτι που προδιαγράφει τη δεινή τροχιά μιας βίαιης συντηρητικής και αυταρχικής νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης. 

Το υποχρεωτικό δημόσιο σχολείο είναι το πεδίο υπεράσπισης του σχολείου, που αν και κατά βάση ταξικό, είναι το πιο μαζικό, το πιο ανοιχτό σχολείο, το πιο δημοκρατικό, το σχολείο για όλους. Γι’ αυτό και είναι ανοιχτό σε αντιφάσεις, σε συγκρούσεις, σε «ζώνες θυέλλης» και σε ανοιχτές κρίσεις. Αυτοί ακριβώς είναι οι λόγοι που έχει προτεραιότητα στις πολιτικές κατεδάφισης όσο και στις κοινωνικές κινητοποιήσεις που αυτές πυροδοτούν.

(Visited 521 times, 1 visits today)

Περισσότερα