fbpx

Γ. Μαυρογιώργος: Η εκπόρνευση της «αριστείας» στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής

Facebook
Twitter
Telegram
Email

Να διευκρινίσω ευθύς εξ αρχής πως δεν ανήκω στους θιασώτες της «αριστείας» και της «αξιοκρατίας» γιατί τα αντιμετωπίζω ως ιδεολογικά ιδιαιτέρως αποτελεσματικά εργαλεία διαχείρισης των πολλαπλών κοινωνικών διακρίσεων που συντελούνται εις βάρος των μη προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων.

Δεν είναι τυχαίο που η αριστεία και η αλαζονεία πάνε μαζί. Είναι επίσης άξιο προσοχής το γεγονός ότι όσο πληθαίνουν οι κάτοχοι της αριστείας, άλλο τόσο η αριστεία χάνει σε κοινωνική υπόληψη. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους τίτλους σπουδών, εν γένει. Όσο αυξάνει ο αριθμός των πτυχιούχων άλλο τόσο υποβαθμίζονται οι συναφείς τίτλοι σπουδών.

Από αυτή την άποψη, δεν προτίθεμαι να προτείνω κάποια αυθεντική χρήση αυτών των εργαλείων όσο να σχολιάσω με συγκριμένα παραδείγματα της τρέχουσας πολιτικής επικαιρότητας τις περιπέτειες μιας κυρίαρχης ιδεοληψίας περί την «αριστεία». 

Είναι αυτό που θα το ονόμαζα πολιτικές εκπόρνευσης και ιστορίες παρακμής, ευτελισμού, και απαξίωσης τόσο της «αριστείας» όσο και όσων παγιδεύονται με τα σχετικά κίβδηλα αφηγήματα, μπας και πετύχουν υψηλές θέσεις και αξιώματα.

Είναι αυτοί που αναλαμβάνουν την ατομική ευθύνη και το κόστος συσσώρευσης τίτλων και μετατρέπονται σε «επιχειρηματίες εαυτού», κυνηγοί υψηλών βαθμών, τίτλων σπουδών και συλλέκτες μορίων. 

Έχω υπόψη μου δάσκαλο με διδακτορικό σε τμήμα Νηπιαγωγών που, μετά το διδακτορικό, απέκτησε και το βασικό πτυχίο Νηπιαγωγού, μια και προσφέρει επιπλέον μόρια. Που κατοικεί η «αριστεία» και η αξιοκρατία;

Οι κυβερνώντες της ΝΔ μας έχουν βομβαρδίσει χρόνια τώρα, τόσο στα χρόνια των μνημονίων όσο και στην περίοδο της πανδημίας, με το αφήγημα της αριστείας και της αξιοκρατίας. Μετά την άνοδό τους στην εξουσία, το σχετικό αφήγημα το πλαισίωσαν, όπως και το σύνολο των κυβερνητικών επιλογών, με το αφήγημα του «επιτελικού» κράτους. Μοιάζει ως εάν η επινόηση του «επιτελικού» κράτους να έχει ενεργοποιηθεί ως εργαλείο συστηματικής παράκαμψης των ίδιων των κυβερνητικών διακηρύξεων.

Η πανδημία και η καραντίνα, μάλιστα, φαίνεται πως προσφέρουν τη μεγάλη ευκαιρία ώστε «η έκτακτη ανάγκη να μπορεί να μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα». Το επιτελικό, δηλαδή, κράτος αν και εξαγγέλθηκε πριν από την πανδημία, φαίνεται ότι αποκτάει τα χαρακτηριστικά ενός στρατηγείου εξουσίας που στο όνομα της «αριστείας» επιδιώκει την εμπέδωση της αναξιοκρατίας, της «μετριοκρατίας», της οικογενειοκρατίας, της διαφθοράς, του κυνισμού και του αυταρχισμού.

Δεν πρόκειται για ένα project υλοποίησης νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Πρόκειται για ένα επιτελικό ανοσιούργημα που, σε ένα γενικότερο επίπεδο, για μια ακόμη φορά, επιδιώκει να εκχωρηθούν σε εγχώριες πολιτικές οικογένειες, σε ολιγάρχες και σε κομματικούς φίλους, ο όποιος πλούτος έχει απομείνει στη χώρα και τα όποια κονδύλια ευρωπαϊκών προγραμμάτων ενίσχυσης θα διατεθούν για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Δε θα αναφερθώ στα προκλητικά μετεκλογικά «επεισόδια» διορισμών και στελέχωσης των δημόσιων υπηρεσιών, των λεγόμενων «ανεξάρτητων αρχών», ούτε στις προνομιακές παροχές σε ιδιωτικές κλινικές ή σε επίλεκτους κρατικοδίαιτους «επιχειρηματίες».

Θα ασχοληθώ με την περίπτωση ενός επιτελικού υπουργού της κυβέρνησης και την πρόσφατη συνεδρίαση της Διαρκούς Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, για τη «διατύπωση γνώμης σχετικά με το διορισμό του προτεινόμενου στη θέση του Προέδρου του ΔΣ του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού».

Όταν οι αυτόκλητοι άριστοι μιλούν για την κοινωνική τους αναρρίχηση 

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο εμπνευστής της κυβερνητικής εξαγγελίας περί του «επιτελικού κράτους» ήταν ο σημερινός υπουργός Επικρατείας, καθηγητή Νομικής, κ. Γεραπετρίτης, που υπήρξε υποψήφιος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της ΝΔ. Πρόκειται για έναν υπουργό που προσπάθησε πολλές φορές, στους λίγους μήνες που μας κυβερνούν, να μας «αλλάξει τα φώτα» με τις ασύλληπτες ερμηνευτικές διευκρινίσεις του για το σύνταγμα, τους νόμους, την άσκηση εξουσίας.

Ως εκ της θέσεώς του, με ευφυολογήματα έβρισκε τρόπους να καλύπτει τις όποιες καταστρατηγήσεις αναδεικνύονταν στη στελέχωση διάφορων οργανισμών. Είναι αυτός που είχε σηκώσει προεκλογικά και το ζήτημα των «αξιών», των «άξιων» και της αριστείας.

Σε κείμενό του «Η πολιτική των αξιών» (εφημερίδα Καθημερινή: link) είχε εκφράσει προεκλογικά συγκεκριμένες απόψεις, άκομψα και απροσχημάτιστα, για τον εαυτό του και για τον πρωθυπουργό της χώρας, επιστρατεύοντας το επιχείρημα των «άξιων», των αξιών, και της αξιοκρατίας.

Ανάμεσα σε άλλα είχε γράψει: 

«Ο δημαγωγικός λόγος της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας περιλαμβάνει ως βασικό αφήγημα τη μάχη κατά των ελίτ. Και ως ελίτ χαρακτηρίζει αδιαβάθμητα όσους με τον λόγο ή το έργο τους ασκούν επίδραση στην κοινωνία. Και απέναντι στις ελίτ θέτουν εαυτούς. Επειδή θεωρώ ότι η συζήτηση αυτή με θίγει προσωπικά και παράγει για τη χώρα μου ένα έντονο διχαστικό αποτέλεσμα, θα προσπαθήσω να τοποθετηθώ με αναφορά στην προσωπική μου διαδρομή…».

Ο θιγμένος πιάνει το πινέλο του για να φιλοτεχνήσει το πορτραίτο του πετυχημένου εαυτού ως πανεπιστημιακού που αισθάνεται «γνήσια ευγνωμοσύνη στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο ανήκει μέχρι σήμερα».

Επιτεύγματα: Έγινε πανεπιστημιακός αν και «οι γονείς του δεν είχαν ανώτατη εκπαίδευση». Μεγάλωσε στον Πειραιά και τόλμησε «με εισαγωγικές εξετάσεις» να φοιτήσει σε «ένα σπουδαίο Πρότυπο Γυμνάσιο του Πειραιά, την Ιωνίδειο Σχολή -διαβατήριο μιας καλύτερης ζωής». Ύστερα, η Νομική Σχολή Αθήνας και «τα μεταπτυχιακά σε μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού αποκλειστικά και μόνο χάρη στις υποτροφίες», με «αυστηρές εξετάσεις»(!) του ΙΚΥ.

«Μετά στρατός, επαγγελματική απασχόληση, διαρκής επιμόρφωση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και, τελικά, ένταξη στην ακαδημαϊκή κοινότητα του αρχαιότερου πανεπιστημίου της χώρας. Ήδη, από τον πρώτο χρόνο της φοιτητικής μου ζωής εξασφάλιζα τους αναγκαίους πόρους χωρίς καμία επιβάρυνση του οικογενειακού προϋπολογισμού».

Κατατάσσει τον εαυτό του σε αυτούς που επιλέγουν «συνειδητά το δρόμο της σκληρής προσπάθειας, ελπίζοντας ότι οι κόποι και οι θυσίες τους κάποια στιγμή θα αναγνωρίζονταν και οι ικανότητές τους θα κεφαλαιοποιούντο».

Και ήρθε η ώρα της δικαίωσης, καθώς, όπως ισχυρίζεται αισθάνεται «υπερήφανος επειδή τίποτε από όσα κατέκτησα δε μου χαρίστηκε ούτε μου κληροδοτήθηκε. Μέτρησα όλα τα σκαλιά στην κλίμακα της κοινωνικής κινητικότητας για να φτάσω ως εδώ, χωρίς άλματα αλλά και χωρίς συνειδησιακές εκπτώσεις».

Γιατί θεωρεί πως η κοινωνική κινητικότητα είναι μια απλή υπόθεση αναρρίχησης στις πανεπιστημιακές βαθμίδες, χωρίς βαθύτερους κοινωνικούς και πολιτισμικούς κραδασμούς; Ή γιατί υποβιβάζει την αριστεία και την αξιοσύνη σε μια απαρίθμηση τίτλων σπουδών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή των συνθηκών σπουδών;

Διαβάζω πως η αλλαγή κοινωνικής θέσης προκαλεί ψυχολογικές συγκρούσεις που αναφύονται «στο σημείο όπου τέμνονται η προσωπική ιστορία, η οικογενειακή ιστορία και η κοινωνική ιστορία ενός ατόμου» κάτι που αναφέρεται ως «ταξική νεύρωση». Η κοινωνική μετατόπιση «προκαλεί μια σειρά από ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις σχέσεων». Γιατί δεν αναφέρεται σε αυτές;

Εδώ που τα λέμε, πώς είναι τόσο σίγουρος πως «μέτρησε όλα τα σκαλιά της κοινωνικής κινητικότητας», χωρίς «άλματα» και χωρίς «εκπτώσεις»! Δεν έχει κάνει λάθος στο μέτρημα; Γιατί μετράει η αναφορά του για την ένταξή του «στο αρχαιότερο πανεπιστήμιο της χώρας»; Είναι τίτλος τιμής το αρχαιότερο ή έχει την αγωνία να βρίσκει παντού ψηφίδες «αριστείας»;

Από ο τι φαίνεται παραπονιέται που είχε επαγγελματική απασχόληση «όχι πάντοτε ανάλογη των προσόντων μου»; Μετρούσε, άραγε, λάθος τις επιλογές του, τις φιλοδοξίες ή τα προσόντα του; Τα «μεταπτυχιακά σε μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού» γιατί συρρικνώνονται σε απλή υπόθεση τίτλων; Το ότι σπούδασε «αποκλειστικά και μόνο χάρη στις υποτροφίες» που πήρε με «αυστηρές εξετάσεις» του προσδίδουν αξιοσύνη: υποτροφία ΙΚΥ και με «αυστηρές εξετάσεις». Πόσους πόντους να του δώσουμε για να ψηλώσει; Κι όλα είχαν αρχίσει από ενωρίς, με το «διαβατήριο ζωής» με το Πρότυπο Γυμνάσιο! Διαβατήριο κι εδώ με «εισαγωγικές εξετάσεις»!

Απαρίθμηση πτυχίων, εξετάσεων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ο πανεπιστημιακός τίτλος συγκροτούν «αριστεία», όταν όλα αυτά δεν είναι παρά οι απαραίτητες ελάχιστες θεσμικές προϋποθέσεις στην όλη διαδρομή; Όλα τα παραπάνω τα αντλεί κατά λέξη από την ιδεολογική φαρέτρα της ΝΔ. Γιατί δεν αναφέρεται στη συμβολή του στην επιστήμη, στον πολιτισμό, στην κοινωνία ευρύτερα. 

Η πρόσληψη που κάνω όλης αυτής της αυτοβιογραφικής αφήγησης είναι ότι έχουμε να κάνουμε με μια συμβατική αποτελεσματική αναρρίχηση στην εκπαίδευση με τελευταία πράξη την ένταξή του στον εξουσιαστικό μηχανισμό της κυβέρνησης, που ο ίδιος τον βάφτισε «επιτελικό κράτος». Ήταν ο «νονός». Κι εδώ, χρειάζεται να μας εξηγήσει γιατί του ανήκε δικαιωματικά και αξιοκρατικά αυτή η θέση;

Όταν ο κατά «φαντασίαν άριστος» παίζει και τον καλό «αυλικό»

Ισχυρίζεται, μετά από όλα αυτά, ότι αποδέχεται δικαιωματικά τον τίτλο της «πνευματικής, οικονομικής ή πολιτικής ελίτ», κάτι που επιχειρεί να το θεμελιώσει στη «διαδρομή του και τις αρχές που υπηρέτησε», χωρίς να ακολουθήσει τον τρόπο των αριστερών αντιπάλων του «που έθεταν στη ζωή τους χαμηλό πήχη και ζυμώθηκαν στον κομματικό σωλήνα».

Ο ίδιος επιφυλάσσει στον εαυτό του τον τίτλο του αυτοδημιούργητου και καταξιωμένου που είχε βάλει τον πήχη ψηλά. Αν το καλοσκεφτεί, ο ίδιος εμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο ως αλεξιπτωτιστής «αυλικός» του κύκλου του μετέπειτα πρωθυπουργού. Όπως υποστηρίζεται, το ψηφοδέλτιο Επικρατείας «ως είθισται, διαμορφώνεται αποκλειστικά από τον πρόεδρο του κόμματος».

Του δόθηκε  «χαριστικά» το προνόμιο της εκλόγιμης τρίτης θέσης, μετά τη Μ. Γιαννάκου, στο ψηφοδέλτιο επικρατείας της ΝΔ, με τη διευκρίνιση ότι «ως επικεφαλής των συμβούλων του κ. Μητσοτάκη μετείχε ενεργά στην κατάρτιση της πρότασης Συνταγματικής Αναθεώρησης της ΝΔ»!

Χωρίς να μπει στη διαδικασία της σταυροδοσίας και να ζητήσει την ψήφο του ελληνικού λαού, ήταν «τιμητικά-χαριστικά» βουλευτής από χέρι και μετέπειτα υπουργός Επικρατείας, δίπλα στον Πρωθυπουργό. Αν τον ρωτούσαμε πώς αισθάνεται ως «φυτευτός» με αλεξίπτωτο, δίπλα ή μαζί με άλλους του κόμματός του που πέρασαν μια ζωή «δια πυρός και σιδήρου» τη δοκιμασία του «κομματικού σωλήνα», προφανώς θα έβγαζε την προφανή έπαρση και την ανεπεξέργαστη πολιτική του αλαζονεία ότι όλη αυτή η εξέλιξη επισφραγίζει συνειδητά τον δρόμο της σκληρής προσπάθειας.

Αλήθεια, πώς είναι μετά από όλα αυτά, να επικαλείσαι την αξιοκρατία ή την αριστεία, όταν, εκτός από την πανεπιστημιακή σου καριέρα που είναι μια τυπική συμβατική περίπτωση πανεπιστημιακού, όπως και τόσες άλλες, του χαρίστηκε η θέση του βουλευτή -χωρίς σταυροδοσία- και η θέση του υπουργού Επικρατείας;

Πώς μπορεί και ισχυρίζεται ότι «αισθάνομαι υπερήφανος επειδή τίποτε από όσα κατέκτησα δεν μου χαρίστηκε ούτε μου κληροδοτήθηκε (εδώ, αν το κατάλαβε, καρφώνει τον πρωθυπουργό του!), για να φτάσω ως εδώ, χωρίς άλματα αλλά και χωρίς συνειδησιακές εκπτώσεις»;

Ύστερα από όλα αυτά, καταλαβαίνουμε, ότι με το κείμενο του «Η πολιτική των αξιών», ο επίδοξος τότε βουλευτής επικρατείας και μετέπειτα υπουργός Επικρατείας, με εμφανή «μεσσιανισμό» είχε επιλέξει να φιλοτεχνήσει  το επερχόμενο κυβερνητικό δίδυμο με «ιδέες μεγαλείου».

Μετά τα όσα αράδιασε για τον εαυτό του, με ένα νοητικό άλμα-χάσμα βρίσκει τρόπο να ισχυριστεί ότι δεν έχει «καμία αμφιβολία ότι για ανθρώπους όπως εγώ, που επέλεξαν ως τρόπο ζωής την προσήλωση σε υψηλούς στόχους, η μοναδική επιλογή για την πολιτική ηγεσία του τόπου είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης».

Κι εδώ επιλέγει να το παίξει «καλός αυλικός» κι αρχίζει να φιλοτεχνεί το πορτραίτο του αρχηγού του:

«Έχτισε την προσωπικότητά του μέσα από σημαντικές σπουδές και απασχόληση στην αγορά, στάθηκε απέναντι στον λαϊκισμό από όπου και αν προερχόταν, υπηρέτησε με πίστη το όραμα μιας σύγχρονης διοίκησης, έδωσε βήμα σε πολίτες έξω από κομματικά στεγανά και διατήρησε στην πολιτική αρένα ένα υψηλό επίπεδο ευπρέπειας, παρά τη διάχυτη τοξικότητα που τον χτύπησε προσωπικά και οικογενειακά.

Κυρίως, όμως, διότι πιστεύει στην ισότητα ευκαιριών και στους θεσμούς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και έχει θέσει ως μείζονα στόχο της επόμενης διακυβέρνησης την αξιοκρατία και την αποκατάσταση των θεσμών μέσα από την εδραίωση μιας βαθιάς σχέσης εμπιστοσύνης με τον λαό».

Την αυτοβιογραφία του ως πανεπιστημιακός, τη σύνδεσε με ύμνο του ευεργέτη του. Η μόνη αρνητική αντιδιαστολή που του διέφυγε είναι ότι τους χωρίζει ο ισχυρισμός του ότι «τίποτε από όσα κατέκτησα δε μου χαρίστηκε ούτε μου κληροδοτήθηκε». Ο Μητσοτάκηςόμως, κληρονόμησε και πολλά του χαρίστηκαν! Οπότε, που μένει περιθώριο για τη δοκιμασία της αριστείας;

Σ’ ένα δοκίμιο για την «Τέχνη της κοινωνικής αναρρίχησης» (Baron D’ Holbach) έχω διαβάσει ότι αυτή «αποτελεί ίσως την πιο αξιοθαύμαστη κατάκτηση του ανθρώπινου πνεύματος». Αυτή την τέχνη, όπως υποστηρίζεται, την ασκεί με ιδιαίτερη μαεστρία ο «αυλικός». 

Σύμφωνα με τον συγγραφέα, «ένας αυλικός παρουσιάζεται άλλοτε αλαζόνας κι άλλοτε ταπεινός», φιλάργυρος, άπληστος αλλά και σπάταλος, τολμηρός αλλά και δειλός, επιδεικνύει «άλλοτε την αυθάδη αλαζονεία κι άλλοτε την πιο εξεζητημένη ευγένεια. Με δυο λόγια είναι ένας Πρωτέας, ένας Ιανός ή μάλλον μια ινδική θεότητα που απεικονίζεται με επτά διαφορετικά πρόσωπα… Το κεφάλι του είναι από γυαλί, τα μαλλιά του από χρυσό, τα χέρια του από ρετσίνι, το σώμα του από γύψο, η καρδιά του είναι μισή από σίδερο και μισή από λάσπη, τα πόδια του από άχυρο, και το αίμα του αποτελείται από νερό και υδράργυρο».

Αξιοπερίεργο κι αλλόκοτο, θα μου πείτε, μοιάζει. Έτσι νόμιζα κι εγώ όσο δε γνώριζα τα «μυστικά» ή όσο δεν πίστευα αυτά που άκουγα χρόνια τώρα ή όσο δεν είχα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην τρέχουσα επικαιρότητα.

Καταλήγοντας ισχυρίζομαι ότι έχουμε να κάνουμε με μια πλήρη αποθεμελίωση του όλου ιδεολογικού αφηγήματος περί αριστείας, σε όλες του τις λεπτομέρειες. Ο ορισμός που μας δίνεται με περισσή σιγουριά κι αλαζονεία για την αριστεία είναι καταφανώς παρακμιακός για να ταιριάζει στις περιστάσεις. Δέχτηκε την πρόσκληση να συμμετέχει στην κυβέρνηση επειδή «ό, τι είμαστε το οφείλουμε στην πατρίδα… απορρίπτοντας τον μεσσιανισμό, τη μετριοκρατία και τον λαϊκισμό και επενδύοντας στην αξία, στην ακεραιότητα και στην ειλικρίνεια». 

Οπότε, καταλαβαίνουμε γιατί έχουμε αυτές τις αλλεπάλληλες και διαδοχικές κυβερνητικές αποφάσεις στις επιλογές στελέχωσης δημόσιων οργανισμών: Όλες πηγάζουν από την ίδια επιτελική μήτρα: τον κανόνα, όχι την εξαίρεση, της «μετριοκρατίας». 

Ενδεικτική είναι η τελευταία περίπτωση του Προέδρου του ΔΣ του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, κάτι με το οποίο θα καταπιαστούμε σε επόμενη συνέχεια.

* ο Γιώργος Μαυρογιώργος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

(Visited 25 times, 1 visits today)

Περισσότερα