fbpx

Γ. Μαυρογιώργος: Το PISA/ΟΟΣΑ και η κομπογιαννίτικη «Ελληνική PISA»

Facebook
Twitter
Telegram
Email

Το δημόσιο υποχρεωτικό σχολείο υποβαθμίζεται σε φροντιστήριο δεξιοτήτων

* του Γιώργου Μαυρογιώργου, ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Τι είναι το PISA

«PISA is the OECD’s Programme for International Student Assessment. PISA measures 15-year-olds’ ability to use their reading, mathematics and science knowledge and skills to meet real-life challenges» – από την επίσημη ιστοσελίδα του ΟΟΣΑ

Σε απόδοση στα ελληνικά: «Το PISA είναι Πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τη διεθνή αξιολόγηση μαθητών/τριών. Το PISA μετρά την ικανότητα δεκαπεντάχρονων να χρησιμοποιούν τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες ώστε να ανταποκρίνονται σε προκλήσεις πραγματικής ζωής».

Η διευκρίνιση περί «μέτρησης» είναι εμφανώς αποκαλυπτική του είδους των δεδομένων που συλλέγονται όσο και της «ερευνητικής λαθροχειρίας» που συντελείται για να στηθεί ένα «παγκόσμιο» εγχείρημα, όπως είναι το PISA. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το PISA δεν ενδιαφέρεται για τις προδιαγραφές των σχολικών προγραμμάτων των χωρών που συμμετέχουν. Κι αυτό γιατί δε θα μπορούσε να σχεδιάσει ένα εργαλείο ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα και εμβέλειας επιρροών σε περίπου 90 χώρες, με τρόπο που να αντικατοπτρίζει τα σχολικά τους προγράμματα. Ο ΟΟΣΑ με το PISA χειραγωγεί τα εκπαιδευτικά συστήματα προς την καθιέρωση ενός ιδιότυπου προγράμματος που «κρύβεται» αλλά που αποτυπώνεται στις αρχές του εξεταστικού δοκιμίου που χρησιμοποιεί.

Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι οι απαιτήσεις των διάφορων εξετάσεων λειτουργούν ως μηχανισμός «παρακυβέρνησης» της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ο ΟΟΣΑ, (2011: 60) στην πολυδιαφημισμένη έκθεσή του για την Ελλάδα σχολιάζει:

«Σημαντική πρόκληση πολιτικής είναι ο σχεδιασμός αθροιστικών αξιολογήσεων μαθητών, οι οποίες παρέχουν μία συνοπτική έκθεση της επίδοσης του μαθητή σε ένα συγκεκριμένο χρόνο. Έρευνες δείχνουν ότι ενώ οι αθροιστικές αξιολογήσεις θεωρείται ότι πρωτίστως μετρούν τα αποτελέσματα της εκμάθησης, μπορούν με τη σειρά τους, να έχουν σημαντική επίδραση στην ίδια τη μαθησιακή διαδικασία. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επίδραση των εισαγωγικών εξετάσεων για το πανεπιστήμιο στις σχολικές και μαθησιακές διαδικασίες στα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Διαφορετικές πολιτικές και πρακτικές αξιολόγησης επηρεάζουν τα κίνητρα και την προσπάθεια των μαθητών, τις πρακτικές εκμάθησης και την αντίληψη αυτό-αποτελεσματικότητας, καθώς και τις διδακτικές πρακτικές και τη σχέση εκπαιδευτικού – μαθητή».

Πρόκειται για την Έκθεση ΟΟΣΑ, την οποία «αντιγράφουν» οι κυβερνώντες της ΝΔ όταν εισάγουν νέες εκπαιδευτικές ρυθμίσεις και αναλύουν το σκεπτικό των προτάσεών τους. Δε νομίζω να υπάρχει κάποια ανάλογη περίπτωση, από το 1961 και μετά, όπου οι κυβερνώντες να υιοθετούν με τόσο άμεσο, τυφλό και επείγοντα τρόπο Έκθεση του ΟΟΣΑ. Μάλλον, η ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική έχει ρεβανσιστικό χαρακτήρα, για αυτό και είναι βίαιη. Το λογαριασμό, όμως, τον «πληρώνει» η ελληνική εκπαίδευση. Μας το είχαν δηλώσει με το κυνικό και αδιάλλακτο: «το ρολόι σχετικά με τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις πρέπει να γυρίσει πίσω στο 2014»!

 Το PISA/ΟΟΣA αγνοεί παντελώς -αν δεν καταργεί- τα εθνικά σχολικά προγράμματα και επινοεί ερήμην τους, τους εγγραμματισμούς στη βάση των οποίων κατασκευάζει τα δοκίμια PISA. H Εθνική Διαχειρίστρια και Εθνική Εκπρόσωπος, που συστήνεται ως Pisa National Project Manager, δεν έχει κάποια επιφύλαξη όταν χαρακτηρίζει τους εγγραμματισμούς «καινοτόμο έννοια», λες και δεν υπήρχαν σχετικοί όροι και διερευνήσεις που είχαν ανοίξει, κυρίως από την UNESCO, το πεδίο με θέματα αναλφαβητισμού, αλφαβητισμού και λειτουργικού (αν)αλφαβητισμού.

Άλλωστε, μπορούμε να μιλάμε για καινοτομία όταν αυτή εναντιώνεται σε κοινωνικά κεκτημένα δημοκρατικής δημόσιας και δωρεάν εκπαίδευσης και σε διεκδικήσεις για περαιτέρω εμβάθυνση των πολιτικών στο υπαρκτό δημόσιο υποχρεωτικό σχολείο; Έχουμε καινοτομίες όταν αυτές επιτείνουν τον ταξικό χαρακτήρα του σχολείου ή που δεν έχουν ως προτεραιότητες την άμβλυνση των υφιστάμενων φραγμών η την εγκατάλειψη πολιτικών ακηδίας για όσους και όσες είναι ευάλωτοι στη σχολική αποτυχία;

Πολλές είναι οι αλχημείες και οι ευφημισμοί που πλασάρονται ως καινοτομίες. Να αναφέρω την κενοτομία (με έψιλον) του λεγόμενου «πολλαπλού βιβλίου» ή την κλεψίτυπη και κακέκτυπη «Ελληνική PISA». Στις 14-Φεβ-2022 βρίσκουμε ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας με θέμα «Χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής για πρώτη φορά βάσει δεδομένων – Ξεκινά η ελληνική PISA».

Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι «δημιουργούμε ένα νέο ανεξάρτητο εργαλείο για την αποτύπωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου και τη διαρκή του αναβάθμιση»! Προφανώς εννοεί ότι η «Ελληνική PISA» είναι ανεξάρτητη από το PISA/ΟΟΣΑ! Μάλλον, η κα υπουργός δεν ξέρει τι θα πει «βούτα πρώτα τη γλώσσα στο μυαλό κι ύστερα μίλα». Ο ισχυρισμός της είναι ψευδής, φαιδρός και πολιτικά απαράδεκτος, όπως θα εξηγήσουμε αναλυτικότερα, σε επόμενη ανάρτηση. Δεν έχει αφήσει πτυχή της εκπαίδευσης χωρίς να την μασκαρέψει με φαιδρούς ευφημισμούς που δυσχεραίνουν την κατανόηση των μέτρων που έχουν θεσμοθετηθεί, σε καθεστώς έκτακτων αναγκών, αξιοποιώντας την πανδημία για την κατεδάφιση εμβληματικών κοινωνικών κατακτήσεων στην ελληνική εκπαίδευση, όπως και σε όλα τα πεδία του κοινωνικού κράτους.

Για να επανέλθουμε στα παραπάνω ενημερωτικά κείμενα του PISA/ΟΟΣΑ, βρίσκουμε ότι είναι προβληματική και η αναφορά που κάνουν οι συντελεστές στις «προκλήσεις της πραγματικής ζωής», όταν το μονοπωλιακό εξεταστικό δοκίμιο, σύμφωνα με τους κατασκευαστές, καλεί τους δεκαπεντάρηδες να επιδείξουν τις δεξιότητές τους στο να «επιλύουν καθημερινά προβλήματα» και να αντιμετωπίζουν «πραγματικές καταστάσεις ζωής». Είναι προφανές ότι πρόκειται για «κατασκευασμένες καταστάσεις ζωής» και «κατασκευασμένα προβλήματα» επί χάρτου ή επί ψηφιακού δοκιμίου.

Παράδειγμα:

▸ Διαβαθμισμένης ερώτηση 2ου επιπέδου (σε σύνολο 6) στα μαθηματικά

Σε ένα ταξίδι, η Ελένη διήνυσε 4 χλμ τα πρώτα 10 λεπτά και 2 χλμ τα επόμενα 5 λεπτά. Ποια από τις παρακάτω προτάσεις είναι σωστή;

Α. Η μέση ταχύτητα της Ελένης ήταν μεγαλύτερη τα πρώτα 10 λεπτά απ ότι τα επόμενα 5 λεπτά.

Β. Η μέση ταχύτητα της Ελένης ήταν ίδια τα πρώτα 10 και τα επόμενα 5 λεπτά.

Γ. Η μέση ταχύτητα της Ελένης ήταν μικρότερη τα πρώτα 10 λεπτά απ ό, τι τα επόμενα λεπτά.

Δ. Από τις πληροφορίες που δίνονται δεν μπορούμε να συμπεράνουμε για τη μέση ταχύτητα της Ελένης.

 Ενδεικτικά Σχόλια πάνω στο ερώτημα:

1. Σύμφωνα με τις οδηγίες εφαρμογής, ο μαθητής/τρια που δεν μπορεί να απαντήσει σε μια ερώτηση όπως αυτή, σημαίνει ότι δεν έχει φτάσει στο επίπεδο 2 (από τα διαβαθμισμένα συνολικά 6).

2. Είναι προφανές ότι δεν έχουμε να κάνουμε με «προκλήσεις ζωής» ή με «πραγματικές καταστάσεις ζωής» ή με «προβλήματα ζωής» προς επίλυση! Αντίθετα, έχουμε υποβάθμιση της ζωής σε «κατασκευές» και επινοήσεις σεναρίων. Μπας και, με τέτοιου είδους λαθροχειρίες, ετοιμάζουν και «πιστοποιητικό ζωής» για δεκαπεντάρηδες; Τα πιστοποιητικά έχουν πέραση: από «πιστοποιητικά παιδαγωγικής και διδακτικής επάρκειας» μέχρι «πιστοποιητικά εμβολιασμών! 

3. Η διατύπωση της ερώτησης «ποια από τις παρακάτω προτάσεις είναι σωστή» είναι προβληματική, μιας και η κρίση περί «σωστής ή μη πρότασης» παραπέμπει σε «αναγνωστικό εγγραμματισμό», σύμφωνα με τις οριοθετήσεις των συντακτών του εξεταστικού δοκιμίου PISA. Δεν είναι οι προτάσεις που πρέπει να ελεγχθούν «γλωσσικά», αλλά οι εναλλακτικές απαντήσεις που παρατίθενται. 

Εδώ που τα λέμε, ο «γλωσσικός εγγραμματισμός», αν και συρρικνώνεται και υποβαθμίζεται για τεχνικούς λόγους σε απλή «κατανόηση κειμένου», συγκατοικεί και με τον «μαθηματικό» και με τον «επιστημονικό»! Χωρίς κατανόηση του κειμένου των σχετικών δοκιμίων μαθηματικού ή επιστημονικού εγγραμματισμού, δεν είναι δυνατή η αναμενόμενη «ορθή» επιλογή της απάντησης. Όπερ σημαίνει ότι έχουμε και επικαλύψεις εγγραμματισμών. Τα ενδεικτικά αυτά σχόλια καταδεικνύουν ότι το δοκίμιο PISA είναι πολλαπλώς προβληματικό και ως προς την εγκυρότητα, την αξιοπιστία και τη χρηστικότητά του. Ας αφήσουμε τα ζητήματα τυποποίησης και διαβαθμισμένης δυσκολίας που είναι σοβαρά, από την άποψη των κοινωνικών διακρίσεων, που προκαλούν και επιβάλλουν στην εκπαιδευτική διαδικασία του υποχρεωτικού σχολείου που είναι για όλους και όλες, με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότιμης συμπερίληψης.

Έχουν εγερθεί πάρα πολλές αρνητικές κριτικές για το εγχείρημα PISA/ΟΟΣΑ σε θέματα που έχουν να κάνουν με τη μόρφωση, την άσκηση της παιδαγωγικής και της διδασκαλίας, τη θεωρία, τη μεθοδολογία, πέρα από τα σοβαρά πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα που τίθενται. Αυτό δεν εμποδίζει τους σχεδιαστές να προχωρούν ακάθεκτοι σε νέες πρωτοβουλίες, όπως θα δούμε σε επόμενη ανάλυση. Σε μια επιχειρηματικού τύπου «αυτοδιαφήμιση» (μάρκετινγκ) στην ηλεκτρονική ιστοσελίδα του ΟΟΣΑ διαβάζουμε ότι «μετά το 2000, το PISA έχει συμπεριλάβει περισσότερες από 90 χώρες και οικονομίες και περίπου 3.000.000 μαθητές/τριες παγκοσμίως». Συναφώς, για να καταλάβουμε «πώς το PISA επηρεάζει και συμβάλλει στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», μας προτείνουν να «δούμε συγκεκριμένα παραδείγματα για το πώς χώρες όπως η Γερμανία και η Βραζιλία μπόρεσαν να βελτιώσουν τις επιδόσεις των μαθητών/τριών τους στο PISA και να κάνουν τα εκπαιδευτικά τους συστήματα πιο συμπεριληπτικά»!

Με βάση τα πεπραγμένα του, όντως πρόκειται για έναν παγκόσμια αναγνωρισμένο «οίκο αξιολόγησης στην εκπαίδευση», ο οποίος προωθεί τις πιο ακραιφνείς νεοφιλελεύθερες αρχές σε μια άκρως ανοιχτή κι ανταγωνιστική παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών και προϊόντων, κάτι που από τη ρητορική των ιδρυτικών του διατάξεων συνδέεται με τον νεφελώδη ευφημισμό περί «ανταγωνιστικής συνεργασίας».

***

Η επίσημη ελληνική υποδοχή του PISA/ΟΟΣΑ

Οι δικοί μας εγχώριοι πανεπιστημιακοί «εθνικοί διαχειριστές»/«εθνικοί εκπρόσωποι», όταν ανακοινώνουν τα αποτελέσματα ή όταν απαντούν στο ερώτημα «τι είναι το PISA», αρέσκονται να αναφέρονται στην «έρευνα PISA», το «στόχο της έρευνας», «τα εργαλεία της έρευνας», στα αποτελέσματα της έρευνας και σπάνια στο «Πρόγραμμα PISA». Ίσως η αναφορά σε έρευνα να προσδίδει στους πανεπιστημιακούς «ακαδημαϊκή υπόληψη» και το κύρος του ερευνητή με διεθνή απήχηση.

Δεν πρόκειται, πάντως, για «αυθεντική» ακαδημαϊκή έρευνα αλλά για σαφές πολιτικό «Πρόγραμμα», που αξιοποιεί ως πολιτικό εργαλείο τη στρατευμένη έρευνα. Τα όποια ερευνητικά διεθνή συγκριτικά δεδομένα συλλέγονται προκειμένου να καταταχθούν, ως προς τις επιδόσεις τους (και όχι με αλφαβητική σειρά), τα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών που συμμετέχουν. Οι εκθέσεις των αποτελεσμάτων αξιοποιούνται ως δεδομένα κατά τη σύνταξη των Εκθέσεων για την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής στις χώρες που συμμετέχουν. Έτσι, προωθεί την «ανταγωνιστική συνεργασία» και το όλο πλέγμα ακραιφνών νεοφιλελεύθερων εκπαιδευτικών πολιτικών περιστολής των δαπανών, αποδοτικότητας, αποτελεσματικότητας, ιδιωτικοποίησης, αξιολόγησης, λογοδοσίας, αποκέντρωσης, διαφάνειας, αυτονομίας, ελεύθερης επιλογής σχολείου, ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών.

Μένει, βέβαια, να διερευνηθεί η εν γένει συμβολή των εκπροσώπων ως «δρώντων υποκειμένων», τόσο στις σχετικές αποφάσεις των ελληνικών κυβερνήσεων όσο και στη Διεύθυνση (Directorate) Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι το εάν και κατά πόσο στις παρεμβάσεις τους, στις προβλεπόμενες διεργασίες και διαδικασίες, λειτουργούν ως υποστηρικτές των συμφερόντων της χώρας ή ως εντολοδόχοι επιτηρητές της πιστής και «άνευ όρων» εφαρμογής του Προγράμματος PISA. Βέβαια, θα είχε τη σημασία του, αν γνωρίζαμε πώς αισθάνονται και πώς λειτουργούν οι «εθνικοί εκπρόσωποι» στις συναντήσεις  του PISA/ΟΟΣΑ, όταν εκπροσωπούν μια χώρα που, με βάση τις επιδόσεις, κατατάσσεται στην ομάδα των «ουραγών»!

Δεν είναι, βέβαια, υπόλογοι που η χώρα μας είναι στους «ουραγούς» και διαχρονικά στάσιμη στις επιδόσεις PISA.Υπόλογοι είναι για το γεγονός ότι προσφέρουν νομιμοποίηση στην κατάταξη της χώρας στους «ουραγούς». Θα ήταν, συναφώς, ενδιαφέρον να μαθαίναμε πχ: εάν και κατά πόσο οι «εθνικοί εκπρόσωποι» της χώρας στο PISA τόλμησαν να θέσουν ζητήματα εγκυρότητας και αξιοπιστίας για την εφαρμογή του σε περιόδους κρίσης χρέους και σφοδρής ανθρωπιστικής κρίσης που τη διαδέχτηκε η πανδημία και η διαχείρισή της. Η πανδημία (2020-2022) βρήκε την Ελλάδα πολλαπλώς βεβαρυμμένη, λόγω της προηγούμενης παρατεταμένης περιόδου με κρίση χρέους (2009-2018).

Αλήθεια, πώς να εξηγήσουμε την επιλογή των ιθυνόντων της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ να αναβάλουν μόνο για ένα έτος την προγραμματισμένη εφαρμογή του 2021, λες και έχουν εκλείψει οι ανησυχητικοί δείκτες και οι επιπτώσεις της πανδημίας την άνοιξη του 2022! Φαίνεται ότι εκεί στον ΟΟΣΑ έχουν κεφαλαιοποιήσει τον αυστηρό προγραμματισμό και τη συστηματική αναστάτωση που προκαλούν στα εκπαιδευτικά συστήματα των χωρών που συμμετέχουν: την πρώτη χρονιά με την πιλοτική εφαρμογή, την επόμενη με την κύρια εφαρμογή και την τρίτη με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, με το μεγάλο ντόρο που προκαλούν παγκοσμίως. 

Αναλυτές που ψάχνουν τους λόγους για τη μονοπωλιακή καθιέρωση του PISA/OOSA, υποστηρίζουν την άποψη ότι αυτή έχει επιτευχθεί, ανάμεσα στα άλλα, με την αυστηρότητα τήρησης του πρωτοκόλλου των τριετιών, τη διαρκή παρουσία στα εκπαιδευτικά, τις αλλεπάλληλες εκδόσεις («Βιβλιοθήκη ΟΟΣΑ»), τις Εκθέσεις Επισκόπησης των Εθνικών Εκπαιδευτικών και με την επίδειξη ενός τεχνικού επιστημονισμού που επινοεί νέα εκπαιδευτικά προϊόντα και υπηρεσίες.

Φυσικά, το βασικότερο ατού στην επιτυχία του εγχειρήματος είναι το γεγονός ότι ο ΟΟΣΑ είναι μέλος δικτύου πολλών σημαντικών και ισχυρών οργανισμών και φορέων, όπως η ΕΕ, το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα, ο ΠΟΕ, η UNESCO, για να μην αναφέρουμε τις συνεργασίες που έχει αναπτύξει με ιδιωτικούς κολοσσούς. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, το PISA/ΟΟΣΑ είναι ανελλιπώς εδώ για 8η φορά (1997-2022), αδιάβροχο, αλεξίσφαιρο και κοινωνικά ανάλγητο στην κρίση που μας μαστίζει πάνω από μια δεκαετία, τώρα.

Αυτή τη φορά το συνοδεύει το κακέκτυπο και κλεψίτυπο έκτρωμα της φαιδρής, αλλά και άκρως καταχρηστικής, προσχηματικής και αντι-επιστημονικής πιλοτικής εφαρμογής της «Ελληνικής PISA» σε 600 σχολεία της επικράτειας, με 6.000 μαθητές/τριες της Στ’ Δημοτικού και 6.000 μαθητές/τριες της Γ’ Γυμνασίου. Μια δαπανηρή πιλοτική εφαρμογή – ταφόπλακα του δημόσιου 11χρονου υποχρεωτικού σχολείου που εγκαινιάζεται με πολιτικό κυνισμό ως φροντιστήριο «ειδικής αποστολής» για τις επερχόμενες εφαρμογές του PISA/ΟΟΣΑ. Έτσι, θα μπορεί να θριαμβολογεί η κα Κεραμέως για την άνοδο των επιδόσεων στο PISA και την έξοδο από την ομάδα των ουραγών.

Αυτό σχεδιάζεται να συντελεστεί με τον κλοιό που έχει στηθεί θεσμικά, με τις ετήσιες πανελλαδικές διαγνωστικές εξετάσεις (την κλεψίτυπη «Ελληνική PISA») στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, την τράπεζα θεμάτων, το Εργαστήριο Δεξιοτήτων, τη λογοδοσία, την ένταση της αξιολόγησης και τον επιχειρούμενο αποκεντρωμένο συγκεντρωτισμό στην άσκηση διοίκησης. Αυτά όλα έχουν λανσαριστεί με ψευδώνυμα, όπως είναι η προβαλλόμενη ως αποκέντρωση, η αναβάθμιση, η αυτονομία, η ενδυνάμωση, η διαφάνεια. Και όλα αυτά επιχειρούνται, για μια ακόμη φορά, με κοινοτικά κονδύλια ΕΣΠΑ της τάξης των 251.000 ευρώ. Είναι τα κονδύλια με οποία πληρώνεται η «βρώμικη δουλειά»… κάτω από τη μύτη ευθύνης της Υπηρεσία Διαχείρισης Προγραμμάτων Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, που έχει κάνει την εμφανώς προσχηματική σχετική πρόσκληση.

Θα συνεχίσουμε με περισσότερες σκέψεις σε επόμενη ανάρτηση. Η εαρινή επιδρομή που επιχειρείται θα κρατήσει 2-3 μήνες. Εκτός εάν…

(Visited 351 times, 1 visits today)

Περισσότερα