fbpx

«Πτώχευση» των δημόσιων πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων

Άρθρο των Ερρίκου Βεντούρα, Πατρίτσιας Κυπριανίδου και Μερόπης Τζούφη στην «Εφημερίδα των Συντακτών»

Η ψήφιση του νέου πτωχευτικού κώδικα και η πρόβλεψη για αφαίρεση της ιδιωτικής περιουσίας ατόμων και επιχειρήσεων που αδυνατούν να ανταποκριθούν -χωρίς ωστόσο να χαρακτηρίζονται ως «στρατηγικοί κακοπληρωτές»- φανέρωσε την αναλγησία της κυβερνητικής πολιτικής.

Παραβλέποντας τις κοινωνικοοικονομικές προεκτάσεις της πανδημίας, η κυβέρνηση της ΝΔ προχωρά σε μια βαθιά ταξική νομοθέτηση απέναντι στους αδύναμους, στερώντας τους κάθε ελπίδα βελτίωσης της ζωής τους. Η ίδια νεοφιλελεύθερη πολιτική εφαρμόζεται σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής, όπως στην Υγεία και την Παιδεία.

Οσον αφορά την τριτοβάθμια εκπαίδευση, χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η κατάργηση νέων τμημάτων ΑΕΙ και η αναστολή λειτουργίας των δωρεάν Διετών Προγραμμάτων Σπουδών για αποφοίτους ΕΠΑΛ, παρά την αντίθετη άποψη των ιδρυμάτων. Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση έσπευσε να αναγνωρίσει τα πτυχία των ιδιωτικών κολεγίων δίχως καμία διαδικασία πιστοποίησης, μεθοδεύοντας την υποβάθμιση των δημόσιων πανεπιστημίων και των αποφοίτων τους.

Η πρόσφατη ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας για τη χρηματοδότηση των ΑΕΙ επιβεβαιώνει την πολιτική συρρίκνωσης. Οι λειτουργικές δαπάνες για το 2021 μειώνονται απότομα κατά 13% σε σχέση με το 2020 και κατά 8% σε σχέση με το 2019. Η μείωση επισφραγίζει το τέλος της αυξητικής τάσης από το 2016 και έπειτα, ενώ σηματοδοτεί την αλλαγή πολιτικής σε σχέση με αυτήν της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία χάραξε μια πορεία ανάτασης για την επούλωση των πληγών της οικονομικής κρίσης.

Η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων είναι αναντίστοιχη με τις ανάγκες τους, αλλά και με τις συνθήκες που επιβάλλει η πανδημία. Ωστόσο, δεν αποτελεί μια συγκυριακή απόφαση, καθώς μια τόσο βίαιη μεταβολή δεν μπορεί παρά να συνδέεται με ένα συνολικότερο «όραμα». Αναντίστοιχη είναι και η στελέχωση των ΑΕΙ, με την κυβέρνηση να αρνείται να εφαρμόσει τον νόμο που προβλέπει την άμεση αναπλήρωση των θέσεων μελών ΔΕΠ που κενώνονται λόγω συνταξιοδότησης ή αποχώρησης. Υπενθυμίζεται πως η νομοθέτηση του κανόνα 1:1 στις αποχωρήσεις-προσλήψεις ήταν μία από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ μετά την έξοδο από τα μνημόνια.

Σήμερα, παρά τις εκκλήσεις των πανεπιστημίων, η κυβέρνηση κωφεύει και επιστρατεύει έωλες δικονομικές προφάσεις, με αποτέλεσμα εκατοντάδες θέσεις μελών ΔΕΠ να παραμένουν κενές. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, τα κενά καλύπτονται με πρόσκαιρες συμβάσεις διδασκόντων – όπως άλλωστε και στον τομέα της Υγείας, παρά τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Η κυβέρνηση παραβλέπει πως η πανδημία απαιτεί την περαιτέρω ενίσχυση των ιδρυμάτων ώστε να εξασφαλιστούν η υγειονομική θωράκιση και η ουσιαστική συμμετοχή της πανεπιστημιακής κοινότητας στη διδασκαλία και την έρευνα. Αντ’ αυτού, η μείωση της χρηματοδότησης και η εσκεμμένη υποστελέχωση οδηγούν με ακρίβεια στην απαξίωση του έργου που επιτελείται στα ΑΕΙ.

Παρόμοιες πολιτικές εφαρμόζονται και στον τομέα της Ερευνας, με περικοπές στην οικονομική επιχορήγηση των ερευνητικών κέντρων και ελλειμματικούς προϋπολογισμούς για λειτουργικές δαπάνες, με μηδενική επιβράβευση για τη προσέλκυση ερευνητικών προγραμμάτων και με πάγωμα νέων προσλήψεων.

Είναι γενικώς παραδεκτό πως η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνον αναβάθμισε τον τομέα της Ερευνας στο υπουργείο Παιδείας, αλλά στήριξε ουσιαστικά τα ερευνητικά κέντρα, καταφέρνοντας -εν μέσω δημοσιονομικών καταναγκασμών- να αυξήσει τις δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις σε Ερευνα και Καινοτομία στα 2 δισ. ευρώ (1,18% του ΑΕΠ). Ιδιαίτερα κρίσιμη ήταν και η ίδρυση του Ελληνικού Ιδρύματος Ερευνας & Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) για τη στήριξη της ελεύθερης έρευνας και την αντιμετώπιση των φαινομένων brain-drain και brain-waste.

Δυστυχώς, η μεταφορά του χαρτοφυλακίου της Ερευνας στο υπουργείο Ανάπτυξης και η αποκοπή των ερευνητικών κέντρων από τον Ενιαίο Χώρο Ανώτατης Εκπαίδευσης και Ερευνας εγκαθίδρυσαν μια νέα πραγματικότητα, η οποία δίνει προτεραιότητα σε μια χρησιμοθηρική αντίληψη για την έρευνα και την καινοτομία. Κυριαρχεί η μονομερής διασύνδεση της έρευνας με τη βιομηχανία και κυρίως με το R&D των μεγάλων επιχειρήσεων. Ακόμα και στον τομέα της καινοτομίας, οι νεοφυείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις έρχονται τελευταίες όσον αφορά την πρόσβασή τους σε χρηματοδότηση.

Η έλλειψη οικονομικής στήριξης και ουσιαστικής εποπτείας των ερευνητικών κέντρων ναρκοθετεί το ερευνητικό οικοσύστημα της χώρας και υποσκελίζει κάθε αναπτυξιακή προοπτική, σε μια στιγμή που η δημόσια δαπάνη και η αξιοποίηση του πολυάριθμου και αξιόλογου ανθρώπινου δυναμικού θα μπορούσαν όχι μόνο να συμβάλουν στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας, αλλά και στην προστασία του πληθυσμού από τον νέο κορονοϊό.

Καταληκτικά, η «πτώχευση» των δημόσιων πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων αποτελεί στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης της ΝΔ, με την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση να οδηγούν τον ακαδημαϊκό και ερευνητικό ιστό της χώρας σε έναν νέο κύκλο κρίσης, συρρίκνωσης και ύφεσης. Η πανεπιστημιακή και ερευνητική κοινότητα δεν πρέπει να υποκύψει στις κυβερνητικές πιέσεις, τους περιορισμούς και τις περικοπές.

Ερρίκος Βεντούρας, καθηγητής του τμήματος Μηχανικών Βιοϊατρικής ΠΑΔΑ

Πατρίτσια Κυπριανίδου, πρώην γενική γραμματέας Ερευνας και Τεχνολογίας

Μερόπη Τζούφη, αναπλ. τομεάρχης Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on telegram
Telegram
Share on whatsapp
WhatsApp
Share on email
Email

▸ Διαβάστε ακόμα