fbpx

Α. Τρελοπούλου: Οι επιπτώσεις του νομοσχεδίου Κεραμέως στο Νηπιαγωγείο

Facebook
Twitter
Telegram
Email
Άρθο της νηπιαγωγού Αθηνάς Τρελοπούλου για το εκπαιδευτικό νομοσχέδιο και τις επιπτώσεις του στο Αναλυτικό Πρόγραμμα και τη φιλοσοφία του Νηπιαγωγείου

Η εκπαιδευτική κοινότητα της Προσχολικής Εκπαίδευσης είναι βαθύτατα απογοητευμένη και στενοχωρημένη, καθώς το Νομοσχέδιο «Αναβάθμιση του σχολείου και άλλες διατάξεις» καταφέρνει με δύο μόνο άρθρα να ακυρώσει στην πράξη την εφαρμογή του Αναλυτικού Προγράμματος για το Νηπιαγωγείο και να αποδομήσει όλη τη φιλοσοφία του και την παιδαγωγική του διαδικασία δίνοντας για πρώτη φορά μία άλλη κατεύθυνση.

Για να γίνει πιο σαφές χρειάζεται να γίνει αναφορά σε κάποια χαρακτηριστικά του Νηπιαγωγείου, που το διαφοροποιούν από τις άλλες βαθμίδες εκπαίδευσης και το καθιστούν την ομορφότερη βαθμίδα. Και αυτό,όχι λόγω μεροληψίας, αλλά γιατί το Αναλυτικό Πρόγραμμα του Νηπιαγωγείου σέβεται εξ ολοκλήρου το Παιδί και τις ανάγκες του.

Τα παιδιά στο Νηπιαγωγείο παίζουν, όπως ακριβώς το επιβάλλει η φύση της ηλικίας τους, και τα παιδιά με βάση τα ενδιαφέροντά τους επιλέγουν τα ίδια με τι θα ασχοληθούν. Το κίνητρο, δηλαδή, για την εξερεύνηση της γνώσης είναι εσωτερικό και η διαδικασία που θα οδηγήσει στη γνώση είναι η πιο ευχάριστη δραστηριότητα για τα παιδιά, το παιχνίδι. Οπότε εξασφαλίζεται το ενδιαφέρον των παιδιών, που είναι ένας βασικός παράγοντας της επιτυχίας της μάθησης. Ο νηπιαγωγός λοιπόν ή η νηπιαγωγός έρχεται να εκμεταλλευτεί αυτά τα δύο στοιχεία και να τα μετατρέψει σε πολύτιμα εκπαιδευτικά εργαλεία προκειμένου να πετύχει την ολόπλευρη ανάπτυξη των παιδιών,χωρίς τα ίδια να το καταλαβαίνουν.

Καθώς λοιπόν, τα παιδιά παίζουν ο εκπαιδευτικός ακούει, παρατηρεί, ενθαρρύνει, καθοδηγεί, υποστηρίζει, κρατάει σημειώσεις, θέτει ερωτήματα και προβληματισμούς προκειμένου να βοηθήσει τα παιδιά να μάθουν να ερευνούν, να κάνουν υποθέσεις, να διαπραγματεύονται, να επιλύουν προβλήματα, να συνεργάζονται να αλληλοσέβονται και να αποδέχονται τον άλλο. Τα βοηθάει να αναπτυχθούν σωματικά, γνωστικά, συναισθηματικά και κοινωνικά και χωρίς αυτό να το καταλαβαίνουν τα παιδιά χωρίς να νιώθουν ότι έρχεται μια διδασκαλία από πάνω τους που δεν καταλαβαίνουν το λόγο και τι νόημα έχει να γίνεται.

Αυτό δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Όσο πιο ελευθεριακό, παιδοκεντρικό είναι ένα εκπαιδευτικό σύστημα τόσο πιο δύσκολο γίνεται το έργο του εκπαιδευτικού και τόσο πιο καθοριστικό ρόλο παίζουν κάποιοι παράγοντες για την επιτυχία του. Το μαθησιακό περιβάλλον είναι ένας από αυτούς. Η υλικοτεχνική υποδομή και οι κτηριακές εγκαταστάσεις, κατά πόσο δηλαδή είναι ελκυστικό και λειτουργικό το περιβάλλον, είναι πολύ σημαντικός παράγοντας.

Οι ικανότητες των εκπαιδευτικών επίσης είναι ένας ακόμη. Και φυσικά ο αριθμός των παιδιών, ο οποίος θα πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να επιτρέπει την ουσιαστική επικοινωνία και συνεργασία μεταξύ των παιδιών. Σε αυτήν την ηλικία, αυτό που συστήνουν οι ειδικοί και υιοθετείται από το ίδιο το Αναλυτικό Πρόγραμμα είναι ότι η σύνθεση της υποομάδας πρέπει να αποτελείται από δύο-τρία παιδιά αρχικά και σταδιακά έως τέσσερα, και οι ομάδες να μην ξεπερνούν τις τέσσερις-πέντε, ώστε να έχουν τα παιδιά τη δυνατότητα να ακούν τον άλλο, να έχουν το χρόνο να λένε αυτό που θέλουν ,να μάθουν να τηρούν τη σειρά τους, να μπορούν να διαπραγματευτούν. Να ενταχθούν δηλαδή ομαλά στην πρώτη τους κοινωνική ομάδα και να μάθουν να λειτουργούν μέσα σε αυτή.

Διαφορετικά, όσο αυξάνεται το μέγεθος της ομάδας, τόσο πιο πολύπλοκη γίνεται η επικοινωνία για το παιδί και εδώ που φτάνουμε στα κόκκινα με τα 25 παιδιά που θέτει το Νομοσχέδιο, καταλήγει να γίνει χαοτική αυτή η επικοινωνία, ενώ ταυτόχρονα γίνεται αδύνατο να δώσει ο εκπαιδευτικός το χρόνο , το χώρο και την προσοχή σε κάθε παιδί χωριστά όπως δικαιούται και αξίζει.

Με την αύξηση του ορίου των μαθητών στα 25 παιδιά λοιπόν, το Νομοσχέδιο υποβαθμίζει το παιδαγωγικά ορθό Αναλυτικό Πρόγραμμα, το καθιστά ανεφάρμοστο στην πράξη και υποβιβάζει την αξία του παιδιού.

Επειδή λοιπόν τα παιδιά αποδεδειγμένα μαθαίνουν παίζοντας, το Αναλυτικό Πρόγραμμα προβάλλει ως διδακτική μεθοδολογία την Διαθεματική προσέγγιση. Η γνώση αντιμετωπίζεται ως ολότητα και όχι τεμαχισμένη σε γνωστικές περιοχές, και ξεκινά από τα ενδιαφέροντα και τις εμπειρίες των παιδιών. Δε λέμε ποτέ στα παιδιά ότι τώρα κάνουμε Γλώσσα, τώρα Μαθηματικά, Μελέτη περιβάλλοντος. Όταν όμως μελετάται ένα θέμα, που ξεκίνησε από τα ενδιαφέροντα των παιδιών, αυτές οι μαθησιακές περιοχές εμπλέκονται και φροντίζει ο/η εκπαιδευτικός να καλλιεργηθούν ανάλογα με το στάδιο που βρίσκεται κάθε παιδί.

Η εισαγωγή των Αγγλικών έρχεται να αποδομήσει τη φιλοσοφία αυτής της μεθοδολογίας. Ξαφνικά εμφανίζεται στα παιδιά ένα γνωστικό αντικείμενο με όνομα, με ένα διαφορετικό πρόσωπο σε συγκεκριμένη ώρα και μέρα, με προκαθορισμένο στόχο και περιεχόμενο. Και το πιο καθοριστικό χωρίς να έχει νόημα για τα ίδια τα παιδιά, χωρίς να αναδύεται μια πραγματική ανάγκη, όπου η επαφή με τη γλώσσα της Αγγλικής θα έρθει να επιλύσει αυτή την ανάγκη. Έρευνες έχουν δείξει ότι δραστηριότητες που δεν έχουν νόημα για τα παιδιά και δεν απαντούν σε μια ανάγκη που προκύπτει από πραγματικά ζητήματα, μακροπρόθεσμα θα φέρουν αρνητικές συνέπειες στη στάση των παιδιών απέναντι στη μάθηση. 

Αν για παράδειγμα μέσα σε μία τάξη είχαμε τρία-τέσσερα παιδιά από την Αγγλία, η επαφή με τη γλώσσα της Αγγλικής θα προέκυπτε από την ανάγκη της επικοινωνίας όλων των παιδιών και θα το υποστήριζε ο εκπαιδευτικός της τάξης όπως και κάνει. Θα κάναμε άλλη κουβέντα. Τώρα κατακερματίζεται η γνώση και σχολειοποιείται το Νηπιαγωγείο. Το όραμα είναι αυτή η Φιλοσοφία του Νηπιαγωγείου, που σέβεται το παιδί και αποδίδει μακροπρόθεσμα, να επεκταθεί και στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού και όχι να φέρουμε το σχολείο με όλα του τα προβλήματα στο Νηπιαγωγείο κάνοντας τα νήπια μικρούς μαθητές.

Το Νηπιαγωγείο δε χρειάζεται Αγγλικά. Το Νηπιαγωγείο χρειάζεται κατάλληλα κτίρια, όμορφα διαμορφωμένα μέσα σε φυσικό περιβάλλον που θα δίνουν τη δυνατότητα για βιωματική και ομαδοσυνεργατική μάθηση. Χρειάζεται μείωση του αριθμού των παιδιών. Χρειάζεται επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών. Χρειάζεται προσλήψεις μόνιμων εκπαιδευτικών. Χρειάζεται προσλήψεις παιδοψυχολόγων και λογοπαθολόγων, που με την συνεχή, φυσική τους παρουσία στο νηπιαγωγείο, θα αποτελούν οικείο πρόσωπο των παιδιών και μέλος της ομάδας και έτσι θα μπορούν να εντοπίζουν πιθανές δυσκολίες και ιδιαιτερότητες των παιδιών, και θα μπορούν να παρέμβουν σε συνεργασία με τον/την νηπιαγωγό, χωρίς τα παιδιά να στιγματίζονται, χωρίς να νιώθουν ότι κάτι δεν μπορούν να κάνουν σωστά και πρέπει να το διορθώσουν πηγαίνοντας σε κάποιον ειδικό, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την ψυχολογία των παιδιών.

Όλοι ξέρουμε ότι το σημερινό παιδί είναι ο αυριανός ενήλικας και ο σημερινός μαθητής είναι ο αυριανός πολίτης. Και έχουμε υποχρέωση όλοι, εκπαιδευτικοί, γονείς, όλη η κοινωνία να προβληματιστούμε και να απαντήσουμε τι παιδιά θέλουμε να μεγαλώσουμε και να εκπαιδεύσουμε, αλλά και τι πολίτες ονειρευόμαστε.

Θέλουμε παιδιά χωρίς ζωτικό χώρο, συνωστισμένα μέσα σε δυσλειτουργικά στενάχωρα κτίρια, που θα τηρούν ένα συγκεκριμένο συστηματικό ημερήσιο πρόγραμμα, κι εμείς θα τα στερούμε από τη φυσική τους ανάγκη για παιχνίδι, εξερεύνηση, αυτενέργεια βιώματα και εμπειρίες πλάθοντας καταπιεσμένους ανθρώπους;

Ή θέλουμε χαρούμενα ζωντανά παιδιά που αβίαστα μέσα σε ένα ευχάριστο και κατάλληλα διαμορφωμένο μαθησιακό περιβάλλον, θα αγαπήσουν τη μάθηση, θα αγαπήσουν τον άνθρωπο και τη φύση; Που θα μάθουν να συνεργάζονται και να αλληλεπιδρούν, θα μάθουν να παίρνουν πρωτοβουλίες και να επιλύουν πραγματικά προβλήματα, διαμορφώνοντας έτσι μελλοντικούς ελεύθερους, υγιείς, δημοκρατικούς πολίτες με κριτική και δημιουργική σκέψη;

Σημείωση: Η πρώτη προφορική παρουσίαση του κειμένου έγινε στο πλαίσιο της Διαδικτυακής Εκδήλωσης της Θεματικής Παιδείας ΣΥΡΙΖΑ Νομαρχιακών Επιτροπών της Α & Β Θεσσαλονίκης και της ΟΜ Εκπαιδευτικών ΣΥΡΙΖΑ Α Θεσσαλονίκης με τίτλο «Ένα Νομοσχέδιο οπισθοδρόμησης και η παιδεία του μέλλοντος»

(Visited 10 times, 1 visits today)

Περισσότερα